Χωρίς αμφιβολία, η κυπριακή οικονομία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ενισχυμένη. Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας καταδεικνύουν πως οι ρυθμοί ανάπτυξης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) είναι υψηλοί, οι μέσες ακαθάριστες απολαβές στο σύνολο της οικονομίας κατά πολύ αυξημένες, ενώ η αγορά βρίσκεται σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης.
Το ΑΕΠ μεταξύ 2021 και 2025 παρουσίασε αύξηση από 25.68 δισ. ευρώ σε 36.48 δισ. ευρώ, μια ποσοστιαία άνοδος 42%. Σε ό,τι αφορά τις μέσες μηνιαίες απολαβές, η αύξηση ήταν επίσης εντυπωσιακή, καθώς από 2.056 ευρώ στο τέλος του 2021 εκτοξεύτηκαν στο τέλος του 2025 στα 2.605 ευρώ, δηλαδή αύξηση 26.7%.
Η ανεργία μεταξύ 2021 και 2025 μειώθηκε από 7,1% σε 4,4% αντιστοίχως, με ταυτόχρονη αύξηση της απασχόλησης. Ο μέσος όρος της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο κυμάνθηκε στο 2%, κατατάσσοντας τη χώρα μας στις πρώτες ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.
Το παράδοξο
Κάποιος θα ανέμενε, αφού παρουσιάζονται τόσο εντυπωσιακοί δείκτες στην οικονομία και στην αγορά εργασίας, να μειώνεται το ποσοστό φτωχών εργαζομένων. Δυστυχώς, τα δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά και δημιουργούν ένα παράδοξο. Το παράδοξο αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι, ενώ οι κύριοι δείκτες όπως περιεγράφηκαν πιο πάνω είναι σε πολύ καλή πορεία, το ποσοστό των φτωχών εργαζομένων αυξάνεται. Αυτή δυστυχώς είναι η άλλη όψη του νομίσματος στη βάση των στοιχείων της Στατιστικής Υπηρεσίας για το 2025.
Πώς είναι δυνατόν το ΑΕΠ να αυξήθηκε κατά 42%, οι μέσες απολαβές να αυξήθηκαν κατά 26.7%, η αγορά εργασίας να βρίσκεται σε επίπεδα πλήρους απασχόλησης, ο μέσος όρος της παραγωγικότητας να είναι σε καλό επίπεδο συγκριτικά με άλλα κράτη της Ευρωζώνης και την ίδια ώρα το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας να μην έχει παρουσιάσει σημαντική μείωση μεταξύ 2021 και 2025;
Οι φτωχοί εργαζόμενοι
Απλά να αναφέρουμε πως, μεταξύ 2021 και 2025, το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ήταν 17.3% και 17.1% αντίστοιχα. Δηλαδή, παρά τις πιο πάνω εντυπωσιακές επιδόσεις της οικονομίας, μεταβολή καμία. Οι φτωχοί παρέμειναν φτωχοί. Την ίδια ώρα, το πιο ανησυχητικό από τα πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου είναι το ποσοστό φτώχειας, όχι στο σύνολο του πληθυσμού (γιατί σε αυτό το ποσοστό περιλαμβάνονται και οι συνταξιούχοι μας) αλλά στο σύνολο των εργαζομένων με υψηλό δείκτη έντασης εργασίας.
Σε αυτό τον δείκτη δεν περιλαμβάνονται ούτε οι φοιτητές ηλικίας 18-24 ετών, ούτε οι συνταξιούχοι, ούτε τα άτομα ηλικίας 60 με 64 ετών που είναι μη οικονομικά ενεργά. Δυστυχώς, το ποσοστό των εργαζομένων με υψηλό δείκτη έντασης εργασίας (δηλαδή εργαζόμενοι οι οποίοι κατά το προηγούμενο έτος είχαν εργαστεί σχεδόν πλήρως όλους τους μήνες του έτους) από 6.9% το 2021 αυξήθηκε στο 7.8% στο τέλος του 2025. Δυστυχώς, η άλλη όψη του νομίσματος στην αγορά εργασίας της Κύπρου είναι πολύ διαφορετική.
Λύσεις
Αυτή η πραγματικότητα έχει να κάνει με το γεγονός ότι, ενώ υπάρχουν οι πολιτικές για να ξεφύγουν οι 167 χιλιάδες συμπολίτες μας, οι συνταξιούχοι μας, οι εργαζόμενοι μας, από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, εντούτοις η Κυβέρνηση αποφεύγει να τις εφαρμόσει ή προσπαθεί να εφαρμόζει ημιτελείς και ετεροβαρείς πολιτικές. Απτό παράδειγμα, ο καθορισμός του κατώτατου μισθού στα 1088 ευρώ. Οι πολιτικές θα πρέπει να καθορίζονται στη βάση των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων και οδηγιών, δηλαδή του 60% του διάμεσου μισθού.
Τα δεδομένα ενδέχεται να επιδεινωθούν εάν αναλογιστεί κανείς πως, με βάση τις εκτιμήσεις του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο πληθωρισμός το 2026 και το 2027 αναμένεται να κινηθεί στο 2.7% και 1.8% αντιστοίχως. Δηλαδή, εάν αθροιστικά ο πληθωρισμός για τα δυο αυτά έτη είναι στο 4.5%, η πραγματική αξία του κατώτατου μισθού πιθανόν να βρίσκεται στο τέλος του 2027 γύρω στα 1040 ευρώ, ενώ το χρηματικό όριο της φτώχειας θα αυξάνεται.
Με ημιτελείς πολιτικές και ετεροβαρείς αποφάσεις δεν βελτιώνεται η ευημερία ούτε των εργαζομένων, ούτε των συνταξιούχων. Όσο και αν οι οικονομικοί δείκτες ευημερούν, σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται αντιμέτωπο με την απειλή της εργασιακής ανασφάλειας, της εξουθένωσης, της φτώχειας και του εξαντλητικού ωραρίου. Μόνιμες λύσεις είναι η συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και η εκπόνηση σχεδίου δράσης για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων. Η Κυβέρνηση θα πρέπει μέσα από την ευχέρεια που τις δίνουν οι ευρωπαϊκές οδηγίες και κατευθύνσεις (ειδικά η Οδηγία για τον Κατώτατο Μισθό, σε συνάρτηση με τις συλλογικές συμβάσεις) να προχωρήσει στην αποκατάσταση των ανισορροπιών στην αγορά εργασίας. Διαφορετικά, η απειλή της περαιτέρω επιδείνωσης της κοινωνικής συνοχής θα είναι όλο και πιο ορατή.
* Υπεύθυνος – Τμήμα Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ