Συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από τις μαχητικές φοιτητικές διαδηλώσεις, οι οποίες συγκλόνισαν την Αθήνα, Θεσσαλονίκη και τις άλλες ελληνικές πόλεις μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου το Μάρτιο του 1956 και τον απαγχονισμό των δύο μαχητών της ΕΟΚΑ, Μ. Καραολή και Α. Δημητρίου, το Μάιο του ίδιου έτους, από τους Βρετανούς, καταπατώντας κάθε συλλογικό και ατομικό δίκαιο. Οι μαχητικές διαδηλώσεις της σπουδάζουσας νεολαίας αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της ελλαδικής συμπαράστασης, για τη στήριξη του αγωνιζόμενου Κυπριακού λαού, σε εποχές όπου το δικαίωμα ενός λαού για αυτοδιάθεση και ελευθερία παραγνωριζόταν από τους Άγγλους μέσα από πολλές και ποικίλες προφάσεις.

Μέσα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η επιθετική αρθρογραφία του Τύπου, καθώς και τα μαχητικά ψηφίσματα του φοιτητικού κινήματος, πραγματοποιήθηκαν στις 9 Μαΐου 1956, μεγάλες μαζικές εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα, με τη στήριξη της ΠΕΕΚ. Την ημέρα εκείνη, η Πανελλήνιος Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου ζήτησε από την κυβέρνηση Καραμανλή την άδεια να οργανώσει συλλαλητήριο στην Αθήνα με αίτημα να ματαιωθούν οι απαγχονισμοί και να σωθούν οι νεαροί Κύπριοι αγωνιστές. Το συλλαλητήριο ορίστηκε στις 9 Μαΐου (μια ημέρα πριν από τους απαγχονισμούς των δύο νέων στην Κύπρο) το απόγευμα στην Ομόνοια. Είναι ενδιαφέρον ότι την πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου την προέβαλε θετικά η εφημερίδα το Βήμα, το οποίο μάλιστα σημείωσε ότι το «ξέσπασμα» της «λαϊκής οργής» ήταν αναγκαίο και επιβαλλόταν να γίνει. Έτσι, λοιπόν, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το αιματηρότερο συλλαλητήριο για την Κύπρο. Ομάδες νεαρών από το πρωί γύριζαν στους δρόμους συγκροτώντας μικρές διαδηλώσεις και φωνάζοντας αντιβρετανικά συνθήματα, ενώ πολύ πριν την έναρξη του συλλαλητηρίου: «Ομάδες φοιτητών, ενεργούσι βάσει του προγράμματος της ΠΕΕΚ, τοποθετούσαν εις τους εξώστας νων επί της πλατείας Ομονοίας οικημάτων πανώ με διάφορα συνθήματα υπέρ της Κύπρου εις την ελληνικήν και αγγλικήν γλώσσαν», όπως: «Οι Έλληνες ξέρουν από ελευθερίαν και θα απελευθερώσουν τους αδελφούς Κυπρίους», «Η Ένωσις της Κύπρου με την Ελλάδα σημαίνει απελευθέρωσιν 420.000 αδελφών μας, που ζούν κάτω από την αγγλικήν βίαν», «Την δικαιοσύνην την οποίαν αρνούνται οι Άγγλοι θα την επιτύχη η Ελλάς από τον ΟΗΕ».

Στην πλατεία Ομονοίας, ο ερχομός κάθε ομάδας γινόταν δεκτός με «φρενιτώδεις» ζητωκραυγές και κυρίως χαιρετίστηκε ο ερχομός των φοιτητών που κατέφθασαν συγκεντρωμένοι από το Πανεπιστήμιο. Στις 3 το απόγευμα όλη η πλατεία και οι γύρω χώροι είχαν γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο. Λίγο αργότερα έφθασαν τα μέλη της ΠΕΕΚ, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δωρόθεο, ο οποίος θα ήταν και ο μοναδικός ομιλητής στη συγκέντρωση. Εκεί, ο Δωρόθεος εκφώνησε έναν «εθνοπρεπές» και «αντιβρετανικό» λόγο, που διακόπτετο συνεχώς από συνθήματα κατά των Βρετανών, των Αμερικανών, του Harding και υπέρ του Γρίβα, του Μακαρίου και των δύο μελλοθάνατων Κυπρίων αγωνιστών. Επιπλέον, ακουστήκαν και κραυγές κατά του Έλληνα υπουργού των Εξωτερικών Σπ. Θεοτόκη, ενώ ορισμένα πλακάτ ζητούσαν την αναθεώρηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και τη σύμπηξη άξονα με το Βελιγράδι και το Κάιρο. Ο αρχιεπίσκοπος παρακάλεσε τα πλήθη να διαλυθούν: «ησύχως και ειρηνικώς, όπως εμπρέπει εις τον πολιτισμένον και ευγενή Ελληνικόν Λαόν, διότι το αντίθετον θα δυσχεράνη την θέσιν των δύο Κυπρίων αγωνιστών Καραολή και Δημητρίου», ενώ τελείωσε την ομιλία του με το σύνθημα «Ζήτω οι αδελφοί μας Κύπριοι. Ζήτω η Ελευθέρα Κύπρος». Μετά το τέλος του αθηναϊκού συλλαλητηρίου που ήταν ογκωδέστατο: […] μια ομάς, 1000 περίπου νέων με πλακάτ επί των οποίων ανεγράφοντο συνθήματα «Μακάριος το είδωλον των Ελλήνων», «Άξων Αθηνών – Βελιγραδίου – Καΐρου» με κραυγές υπέρ της ενώσεως της Κύπρου και εναντίον των Άγγλων και του υπουργού των Εξωτερικών κ. Σπ. Θεοτόκη, ήρχισαν να ανέρχονται την οδόν Σταδίου με σκοπόν προφανώς να φθάσουν εις το Σύνταγμα […] Εις την πλατείαν Κλαυθμώνος εσημειώθησαν σκληραί συγκρούσεις κατά την διάρκεια των οποίων οι αστυνομικοί εχρησιμοποίησαν τα γκλομπς των, οι δε διαδηλωταί λίθους και ξύλα με αποτέλεσμα να σημειωθούν εκατέρωθεν πολλοί τραυματίαι. Από τους ριπτομένους λίθους και τας συμπλοκάς κατεστράφησαν αι προθήκαι πολλών καταστημάτων και περιπτέρων, κατεστράφησαν ολοσχερώς δε τα κρύσταλλα της προσόψεως της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών […] Εις το σημείον αυτό η σύγκρουσις έφθασεν εις το αποκορύφωμά της και αστυνομικοί και διαδηλωταί ήλθον εις χείρας. Παρά τον μεγάλον αριθμόν των τραυματιών των, οι οποίοι έπιπτον συνεχώς εις τα πεζοδρόμια και εις το κατάστρωμα της οδού, οι διαδηλωταί επέτυχον και πάλιν να απωθήσουν τους αστυνομικούς και να απομονώσουν εις το ύψος της οδού Πεσματζόγλου τον αστυνομικόν διευθυντήν κ. Αριστ. Παπαδόπουλον, τον οποίον έπληξαν κατ’ επανάληψιν δια ροπάλων και λίθων και όταν ούτος κατέπεσεν αιμόφυρτος εις το έδαφος πολλοί εξ’ αυτών τον εποδοπάτησαν. Την στιγμήν εκείνην ερρίφθη ο πρώτος πυροβολισμός. Επηκολούθησαν σχεδόν αμέσως και μερικοί άλλοι πυροβολισμοί και εδημιουργήθη σύγχυσις μεταξύ των διαδηλωτών οι οποίοι άρχισαν να υποχωρούν […] Φαίνεται όμως ότι μερικοί εκ των αστυνομικών απώλεσαν την ψυχραιμία των και εσημειώθησαν τραυματισμοί εκ των ριφθεισών σφαιρών των.

Οι συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία στην οδό Σταδίου είχαν σαν αποτέλεσμα το θάνατο δύο ιδιωτών του Φρ. Νικολάου και του Ευ. Γεροντή. Ωστόσο, στο τέλος της διαδήλωσης στη διασταύρωση των οδών Ιπποκράτους και Διδότου από πυροβολισμό που έριξαν αστυνομικοί, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και μεταφέρθηκε νεκρός στο νοσοκομείο, ο εικοσάχρονος Ι. Κωνσταντόπουλος, το τρίτο θύμα των αιματηρών διαδηλώσεων της 9ης Μαΐου. Το φοιτητικό κίνημα συμμετείχε μαζικά στις συγκρούσεις, καθώς πολλά ονόματα φοιτητών και σπουδαστών αναγράφονται στη λίστα των τραυματιών. Στις 19 Μαΐου απεβίωσε και ο τραυματισμένος αστυνομικός Κων. Γιαννακούρης, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων στα τέσσερα.

Ασφαλώς, η απόφαση των Βρετανών να απαγχονίσουν δύο νεαρούς και ιδιαίτερα οι συνοπτικές διαδικασίες με τις οποίες τους καταδίκασαν, προσέβαλαν την ελληνική κοινή γνώμη και ιδιαίτερα τη φοιτητική νεολαία. Αλλά, οι αντιδράσεις των φοιτητών ξέφευγαν από κάθε όριο, και μάλιστα μια ημέρα πριν τον απαγχονισμό του Καραολή και του Δημητρίου. Η οργή τους συνέβαλε στο να μετατραπεί το συλλαλητήριο σε «ελληνοελληνικό εμφύλιο» με νεκρούς και τραυματίες. Η επιστολή του Κύπριου φοιτητή Ε. Οικονομίδη στον αθηναϊκό Τύπο τις επόμενες ημέρες, επιβεβαίωσε τη συμμετοχή των φοιτητών στα αιματηρά επεισόδια της Αθήνας. Από τους εκπροσώπους του αθηναϊκού Τύπου, μόνον το Βήμα κατηγόρησε ευθέως τη Βρετανία, ότι ενώ προσπάθησε να τερματίσει τη «βία» και την «αιματοχυσία» στην Κύπρο, κατόρθωσε να την μεταφέρει «εις την καρδίαν της Ελλάδος».

Το συλλαλητήριο της 9ης Μαΐου αποτέλεσε την κορύφωση των μαζικών εκδηλώσεων για την Κύπρο, που είχαν ξεκινήσει το καλοκαίρι του 1954. Αλλά στο κλίμα που είχε διαμορφωθεί, δεν υπήρξε σημείο σύγκλισης των πολιτικών δυνάμεων. Η προσοχή τους εστιάστηκε γύρω από τις ευθύνες για το αιματοκύλισμα του συλλαλητηρίου και οι αντιδράσεις για τον απαγχονισμό των δύο Κυπρίων νέων πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Παρά τη συγκλονιστική εντύπωση που προκάλεσε στην Ελλάδα η είδηση του απαγχονισμού (ακόμη και απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας, για μετονομασία τμήματος της οδού Λουκιανού, όπου στεγαζόταν η βρετανική πρεσβεία, σε οδό Καραολή και Δημητρίου), ο Γ. Παπανδρέου σημείωσε σε επιθετικούς τόνους ότι η τραγωδία της Αθήνας ολοκλήρωσε τον «βαρύτατο κύκλο ευθυνών» της κυβέρνησης και επισήμανε ότι ο λαός απαιτεί από την κυβέρνηση «της εθνικής μειοδοσίας» και του «αδελφικού αίματος» να φύγει.

Η σύλληψη και εκτόπιση του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, καθώς και ο απαγχονισμός των Καραολή και Δημητρίου, αποτελούν χωρίς αμφιβολία, μια δυναμική και αποφασιστική προσπάθεια της Βρετανίας, να είναι εκείνη, η οποία θα έλεγχε τις όποιες εξελίξεις στο Κυπριακό και θα διατηρούσε υπό τον έλεγχό της το νησί. Ταυτόχρονα, θα υποδήλωνε σε συμμάχους και εχθρούς ότι μπορούσε να διατηρήσει την κλονιζόμενη θέση της στη Μέση Ανατολή και δεν θα υποβιβαζόταν σε Second Class Power, σε μια περίοδο, όπου ο Αιγύπτιος πρόεδρος Nasser έθετε σε αμφισβήτηση τα βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Οι ενέργειες αμηχανίας από την πλευρά της Αγγλίας να υποτάξει ένα μικρό λαό, οδήγησε στην πόλωση και από το χυθέν αίμα των απαγχονισθέντων στο μίσος των Ελλήνων φοιτητών και σπουδαστών κατά της Αγγλίας, μιας αποικιακής δύναμης περασμένων εποχών που προσπαθούσε να επιβιώσει στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και στη νέα πραγματικότητα που άρχιζε να διαμορφώνεται στον κόσμο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. 

*School of Education, Saint Louis University, USA