Κύριος λόγος για τον οποίο διαχωρίζεται η σύμβαση εργοδότησης από τη σύμβαση αγοράς υπηρεσιών που συνάπτει αναδοχος με τη Δημοκρατία η οποία δεν συνιστά εργοδότηση, είναι η διαφορά στους νομικούς κανόνες που ισχύουν στη μία περίπτωση, εναντι της δεύτερης στην οποία το κύριο νομοθετημα το οποίο εφαρμόζεται, είναι ο περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 (73(I)/2016).

Ορισμένοι νομικοί κανόνες που εφαρμόζονται στη σύμβαση εργοδότησης, αλλά όχι στη σύμβαση αγοράς υπηρεσιών είναι η νομική υποχρέωση του εργοδότη να λάβει κατάλληλα μέτρα για την προστασία του εργοδοτούμενου, το καθήκον συμμόρφωσης με τις εύλογες οδηγίες του εργοδότη, η εκ προστήσεως ευθύνη του εργοδότη για τα αστικά αδικήματα που διαπραττει ο εργοδοτούμενος στα πλαίσια της εργοδότησης και η υποχρεωση καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε στις 6 Ιουνίου 2022 απόφαση στην υπ’ αριθμόν 8/21 Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, βάσει του Άρθρου 140 του Συντάγματος, ως προς το κατά πόσο ψηφισθείς από τη Βουλή νόμος ευρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος.

Η Αναφορά αφορούσε ζητηθείσα γνωμάτευση περί της συνταγματικότητας του Νόμου με τίτλο «Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ. 6) Νόμος του 2021, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 23 Απριλίου 2021. Σκοπός της εν λόγω πρότασης νόμου ήταν η διερεύνηση του όρου «μισθωτός» για σκοπούς κοινωνικής ασφάλισης, ώστε κατά τρόπο ρητό να περιλαμβάνεται και η απασχόληση δυνάμει σύμβασης αγοράς υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής σύμβασης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τέτοιας σύμβασης, εφόσον αυτή χαρακτηρίζεται από σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου, προκειμένου οι εργαζόμενοι να έχουν όλα τα δικαιώματα και ωφελήματα, μεταξύ των οποίων και την καταβολή των κοινωνικών τους ασφαλίσεων ως μισθωτών και όχι ως αυτοεργοδοτουμένων.

Κρίθηκε ότι ο πιο πάνω Νόμος δεν δημιουργούσε νέα κατηγορία ασφαλιστέας απασχόλησης ή μισθωτών, ούτε αντίκειτο στο Άρθρο 80.2. του Συντάγματος καθώς δεν επέφερε αύξηση των δαπανών του Κράτους. Ο Νόμος δεν προέβλεπε, ούτε επέτρεπε πρόσληψη προσώπων στο Δημόσιο Τομέα, παρά μόνο ρύθμιζε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρόσωπο που απασχολείται στο Δημόσιο Τομέα δυνάμει σύμβασης εργασίας ή αγοράς υπηρεσιών θεωρείται «μισθωτός» για σκοπούς κοινωνικής ασφάλισης. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε ότι βρίσκεται εντός του πεδίου της Νομοθετικής λειτουργίας της Βουλής ως το Άρθρο 61 του Συντάγματος.

Με βάση τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ. 6) Νόμος του 2021 (Ν. 81(I)/2022) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4895, 10/6/2022 ο ορισμός «μισθωτός» στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο (Ν. 59(I)/2010) περιλαμβάνει περιπτώσεις «αγοράς ή παροχής υπηρεσιών ή οιασδήποτε άλλης εργασιακής σύμβασης ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού αυτής».

Σύμφωνα με την πιο πάνω τροποποίηση, σε περίπτωση που το καθεστώς του αναδόχου σύμβασης αγοράς υπηρεσιών παραπέμπει σε καθεστώς μισθωτού προσώπου, δικαιούται ο μισθωτός να έχει τα δικαιώματα και ωφελήματα, μεταξύ των οποίων και η πληρωμή των κοινωνικών ασφαλίσεων ως μισθωτοί και όχι ως αυτοεργοδοτούμενοι. Ως επακόλουθο, ενδεχομένως να προκύπτει αστική ή ποινική και πειθαρχική ευθύνη των ελέγχοντων λειτουργών ή άλλων εμπλεκόμενων λειτουργούν που οφείλουν να παρακολουθούν τη σύμβαση αγοράς υπηρεσιών, προκειμένου αυτή να μην μετατρέπει στην πράξη το καθεστώς αναδόχου σε καθεστώς μισθωτού.

Περιπτώσεις οι οποίες παραπέμπουν σε καθεστώς μισθωτού, προκύπτουν όταν οι ανάδοχοι των συμβάσεων ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα με αυτά που ασκούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, υπό το καθεστώς λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας. Σε περίπτωση δηλαδή, που απαιτείται από τον ανάδοχο να τηρεί τα ωράρια της δημόσιας υπηρεσίας, σε περίπτωση που ασκείται εποπτεία ως προς την τήρηση ωραρίου και αναφορά εκτέλεσης εργασιών κατά το εν λόγω ωράριο, πολύ περισσότερο όταν εκφράζεται δυσαρέσκεια από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους ή ιεραρχικά ανώτερα στελέχη της Δημόσιας Υπηρεσίας ως προς τη μη τήρηση του ωραρίου από τον ανάδοχο, σε περίπτωση που ο ανάδοχος καλείται να εκτελέσει καθημερινές ή συνήθεις εργασίες των μόνιμων λειτουργών της δημόσιας υπηρεσίας, προκύπτουν στοιχεία δημιουργίας υπαλληλικής σχέσης. Οι συμβάσεις αγοράς υπηρεσιών δεν αφορούν συμβάσεις εργασίας οι οποίες ενισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο τη στελέχωση της Δημόσιας Υπηρεσίας, αλλά παρεχόμενες εργασίες με παροχή υπηρεσιών υπό μορφή εκθέσεων ή παραδοτέων εντός καθορισμένου χρόνου στη βάση της σύμβασης αγοράς υπηρεσιών. Οι μόνιμες ανάγκες πρέπει να καλύπτονται από το μόνιμο προσωπικό το οποίο απολαύει σειρά δικαιωμάτων, τα οποία δεν απολαύει ο ανάδοχος. Μεταξύ άλλων, σχετική Εγκύκλιος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ημερομηνίας 28/02/2023 προσδίδει τη δέουσα σοβαρότητα στα θέματα αυτά.

Γεώργιος Κ. Κωνσταντινίδης

Δικηγόρος, Λευκωσία