Ήμουν προς το τέλος της προπόνησης. Ξαφνικά, νιώθω ένα βλέμμα να μου ζητά να σταματήσω. Ένας καμπουριασμένος κύριος μού γνέφει. Σταματώ – όχι τόσο για να βοηθήσω, όσο για να καταλάβω τι συμβαίνει. Είχε πάρει λάθος λεωφορείο και κατέβηκε σε λάθος σημείο. Ταλαιπωρημένος από αρθριτικά, έψαχνε τη σωστή στάση. Όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο, έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητο -τελειώνοντας βολικά και την προπόνηση- και γύρισα να τον πάρω εκεί που έπρεπε.
Τις τελευταίες μέρες, σκέφτομαι συχνά τον Άλεξ Πρέτι. Όχι τόσο για το τι ακριβώς συνέβη στη Μινενάπολη -τα γεγονότα υπάρχουν, τα βίντεο επίσης- αλλά για την στάση του. Για τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά σε κάτι που δεν του φάνηκε σωστό. Και αντί να προσπεράσει, στάθηκε. Μίλησε. Έδρασε. Και, δυστυχώς, το πλήρωσε με τη ζωή του.
Ζούμε σε μια εποχή όπου ακόμη και η αλήθεια χρειάζεται «ερμηνεία». Ακόμη κι όταν υπάρχει βίντεο -που είναι αληθινό-, κάποιος θα σου πει: «δεν είναι αυτό που νομίζεις». Θα χτίσει μια εναλλακτική αφήγηση, με πλήρη συνείδηση ότι απευθύνεται όχι στη λογική, αλλά στην αδιαφορία και στη ταχύτητα της εποχής. Σε έναν κόσμο αδιάκοπου scrolling, δεν χρειάζεται πια να πείσεις. Αρκεί να κουράσεις. Να μπερδέψεις. Να αφήσεις τον άλλον να πει «δεν είμαι σίγουρος» και να προχωρήσει παρακάτω.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι μόνο στο ψέμα, αλλά στην ευκολία με την οποία το ανεχόμαστε. Στο πόσο γρήγορα συνηθίζουμε την αντίφαση. Στο πόσο άνετα λέμε «δεν ξέρω», «δεν με αφορά», και συνεχίζουμε.
Και εδώ βρίσκεται και το βάρος της ιστορίας. Όχι μόνο στο τι συνέβη, αλλά στο τι κάνουμε εμείς όταν το βλέπουμε. Γιατί σήμερα δεν σωπαίνουμε επειδή δεν καταλαβαίνουμε. Σωπαίνουμε επειδή συνηθίσαμε. Επειδή το κόστος του να σταθείς μοιάζει μεγαλύτερο από το κόστος του να προσπεράσεις.
Δεν χρειάζεται πια να αποφασίσεις να αγνοήσεις την αδικία. Αρκεί να μην σταθείς απέναντί της. Να την αφήσεις να περάσει σαν ακόμη ένα βίντεο, σαν ακόμη μία «εκδοχή». Έτσι το λάθος βρίσκει χώρο – όχι επειδή το πιστέψαμε, αλλά επειδή το ανεχτήκαμε.
Ο Αριστοτέλης έγραφε ότι η αρετή δεν βρίσκεται στο υπερβολικό ούτε στο λίγο, αλλά στο πρέπον. Το μέτρο σήμερα δεν είναι η ουδετερότητα. Είναι η διάκριση. Να ξεχωρίζεις πότε κάτι δεν σε αφορά προσωπικά και πότε, ακριβώς γι’ αυτό, σε αφορά περισσότερο.
Ο Άλεξ δεν ήταν ήρωας με την κινηματογραφική έννοια. Ήταν ένας άνθρωπος που διέκοψε τη ροή. Που αρνήθηκε να προσπεράσει. Που είπε «αυτό δεν στέκει». Και αυτή η πράξη – απλή, καθαρή, επικίνδυνη – είναι που μας βαραίνει όλους.
Η σιωπή σήμερα δεν είναι πάντα φόβος. Είναι συνήθεια. Είναι αποτέλεσμα ταχύτητας, υπερπληροφόρησης, μιας καθημερινότητας που μας μαθαίνει να περνάμε παρακάτω για να αντέξουμε. Όμως η συνήθεια δεν είναι ουδέτερη. Κάθε φορά που δεν ονομάζουμε την αδικία, της αφήνουμε χώρο. Και κάθε χώρος που ανοίγει, γεμίζει. Ευτυχώς οι άνθρωποι στη Μινεάπολη -μια πόλη που γέννησε τον Dylan και τον Prince- δεν έμειναν αδιάφοροι. Και φαίνεται αυτό να φέρνει ένα κάποιο αποτέλεσμα.
Στο τρέξιμο, όταν κάποιος πέφτει μπροστά σου, έχεις επιλογή. Μπορείς να συνεχίσεις. Κανείς δεν θα σε κατηγορήσει. Αλλά αν σταθείς, αν απλώσεις το χέρι, η διαδρομή αλλάζει. Όχι μόνο για εκείνον – και για σένα.
Ίσως αυτό είναι το μόνο μάθημα που αξίζει να κρατήσουμε. Ότι η κοινωνική συνείδηση δεν χτίζεται με μεγάλες διακηρύξεις, αλλά με μικρές διακοπές στη ροή. Με ανθρώπους που στέκονται όταν όλα γύρω τους σπρώχνουν να φύγουν.
Όταν έφτασα σπίτι, ένιωθα παράξενα. Από τη μία, μια ήσυχη ικανοποίηση που σταμάτησα. Από την άλλη, την άβολη σκέψη ότι με την ίδια ευκολία θα μπορούσα να μην το κάνω.
Σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει να προσπερνάμε, το να σταθείς δεν είναι ηρωισμός.
Είναι ευθύνη.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου.