Χθες, μέσα από μια φαινομενικά απλή συζήτηση, ένα παιδί 10-11 χρονών ξεστόμισε κάτι που με αιφνιδίασε: «Δεν έχουμε κράτος, είναι όλα διαλυμένα». Δεν ήταν ο τόνος του θυμού που με σόκαρε. Ήταν η βεβαιότητα.
Πόσο μπορεί ένα παιδί να κατανοεί το κράτος, τους θεσμούς ή τη δημοκρατία; Λογικά, ελάχιστα. Κι όμως, η φράση αυτή δεν γεννήθηκε στο μυαλό του. Μεταφέρθηκε εκεί. Από εμάς.
Τα παιδιά δεν διαμορφώνουν πολιτικές θέσεις. Απορροφούν κλίμα. Αποτυπώνουν τον τρόπο που μιλάμε, τον τρόπο που αγανακτούμε, τον τρόπο που απαξιώνουμε. Όταν λοιπόν ένα παιδί μιλά με απόλυτη απαξίωση για το κράτος, δεν μας λέει τι σκέφτεται το ίδιο. Μας καθρεφτίζει.
Και εδώ χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς: ένα μέρος αυτού του κλίματος δεν είναι τυχαίο.
Καλλιεργείται. Συστηματικά.
Σε περιόδους έντονου πολιτικού ανταγωνισμού, ο καταγγελτικός λόγος γίνεται εύκολο εργαλείο. «Δεν λειτουργεί τίποτα». «Όλα είναι διαλυμένα». «Δεν υπάρχει κράτος». Φράσεις που δεν στοχεύουν μόνο στην κριτική, αλλά στην πλήρη απαξίωση. Γιατί η απαξίωση φέρνει θυμό. Και ο θυμός μετατρέπεται πιο εύκολα σε πολιτικό όφελος.
Όμως αυτή η τακτική έχει κόστος. Και δεν είναι κομματικό -είναι συλλογικό.
Όταν για πρόσκαιρα κέρδη επενδύεις στην απονομιμοποίηση των θεσμών, υπονομεύεις το έδαφος πάνω στο οποίο όλοι στεκόμαστε. Μπορεί σήμερα να «σπέρνονται κεραυνοί» για να αποκομιστούν εντυπώσεις, αλλά αύριο η κοινωνία καλείται να ζήσει με την καταιγίδα που δημιουργήθηκε.
Γιατί όταν παγιωθεί η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν λειτουργεί»:
· Ο πολίτης απομακρύνεται.
· Η συμμετοχή μειώνεται.
· Η εμπιστοσύνη διαλύεται.
· Ανοίγει χώρος για απλοϊκές ή επικίνδυνες απαντήσεις.
Και το πιο ανησυχητικό; Αυτή η γλώσσα δεν μένει στα πάνελ και στα πολιτικά ακροατήρια. Κατεβαίνει στην καθημερινότητα. Φτάνει στα σπίτια. Και, τελικά, φτάνει στα παιδιά.
Έτσι, ένα παιδί 10 χρονών δεν εκφράζει απλώς μια υπερβολή. Εκφράζει το τελικό προϊόν μιας αλυσίδας λόγου που ξεκινά από πολύ ψηλότερα.
Ας είμαστε ξεκάθαροι: η κριτική είναι απαραίτητη. Χωρίς αυτήν, η δημοκρατία μαραζώνει. Όμως η διαφορά ανάμεσα στην κριτική και την ισοπεδωτική απαξίωση είναι θεμελιώδης. Η πρώτη διορθώνει. Η δεύτερη διαβρώνει.
Δεν χρειάζεται να ωραιοποιούμε την πραγματικότητα για να προστατεύσουμε τους θεσμούς. Χρειάζεται όμως να μιλάμε με ακρίβεια και ευθύνη. Να αναγνωρίζουμε τα προβλήματα χωρίς να ακυρώνουμε τα πάντα. Να διεκδικούμε βελτίωση χωρίς να καταστρέφουμε την εμπιστοσύνη.
Γιατί στο τέλος, η δημοκρατία δεν είναι μόνο διαδικασίες και νόμοι. Είναι μια εύθραυστη ισορροπία εμπιστοσύνης. Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν καταρρέει απότομα -φθείρεται σταδιακά, μέσα από λέξεις που επαναλαμβάνονται μέχρι να γίνουν πεποίθηση.
Ίσως λοιπόν το πιο ανησυχητικό δεν είναι αυτό που είπε το παιδί. Είναι το πόσο οικείο μας ακούστηκε.
Κι αν θέλουμε να αποφύγουμε τις «καταιγίδες» του αύριο, ίσως πρέπει να προσέξουμε περισσότερο τους «κεραυνούς» που ρίχνουμε σήμερα.
*Πρώην Δήμαρχος Στροβόλου