Η ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» δεν συνιστά δικαστική απόφαση. Δεν αποδίδει ενοχή με όρους ποινικού δικαίου σε κανένα πρόσωπο και ούτε θα μπορούσε να το πράξει. Η ίδια η Αρχή ξεκαθαρίζει ότι το επίπεδο απόδειξης που εφάρμοσε είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που απαιτείται στα ποινικά δικαστήρια.
Ωστόσο, όποιος εντέχνως περιορίσει τη συζήτηση στο ερώτημα εάν οι καταγγελλόμενοι είναι τελικά ένοχοι ή αθώοι, χάνει το ουσιαστικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Το πραγματικό ζήτημα που αναδεικνύεται από την ανακοίνωση είναι η πιθανή ύπαρξη ενός διαχρονικού προβλήματος θεσμικής διαφθοράς.
Οι αναφορές της έκθεσης δεν αφορούν μεμονωμένες πράξεις ιδιωτών. Αφορούν, αντιθέτως, ισχυρισμούς για αλληλεπιδράσεις μεταξύ θεσμικών, πολιτικών, δικαστικών αξιωματούχων, εποπτικών αρχών, κρατικών υπηρεσιών, τραπεζικών συμφερόντων και ισχυρών οικονομικών παραγόντων. Είτε οι ισχυρισμοί αυτοί αποδειχθούν τελικά στο ποινικό επίπεδο είτε όχι, η εικόνα που προκύπτει είναι : θεσμοί οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και επιτέλεσης δημοσίου συμφέροντος εμφανίζονται να αλληλεπλέκονται με τρόπους που γεννούν πιθανότητες σύγκρουσης συμφερόντων, κατάχρησης εξουσίας, εμπορίας επηρεασμού και εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων.
Από νομικής πλευράς, η υπόθεση αναδεικνύει επίσης ένα άλλο σημαντικό ζήτημα. Η Αρχή υιοθέτησε το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, υψηλότερο βάρος από την ενδεχόμενη παράβαση που ο νόμος ορίζει, γεγονός που της επέτρεψε να καταλήξει σε ευρήματα και εισηγήσεις. Το ποινικό σύστημα, όμως, λειτουργεί με πολύ αυστηρότερο κριτήριο. Αυτό σημαίνει ότι αρκετά από τα ευρήματα που θεωρούνται επαρκή για να δημιουργήσουν πέραν από εύλογες υποψίες ενδέχεται να μην είναι αρκετά για να στηρίξουν ποινικές διώξεις ή καταδίκες.
Επίσης απερίγραπτη είναι και η πτυχή που εμπλέκει το σύστημα Δικαιοσύνης. Η Αρχή καταγράφει ενδείξεις που, κατά την κρίση της, δημιουργούν εύλογες υποψίες για πιθανό δεκασμό πρώην Δικαστή. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι δικαστικές αποφάσεις λαμβάνονται αμερόληπτα και με αποκλειστικό γνώμονα τον νόμο, όχι άλλα συμφέροντα. Γι’ αυτό, η προστασία της Δικαιοσύνης επιβάλλει την πλήρη και ανεξάρτητη διερεύνησή των καταγγελιών. Η λογοδοσία δεν αποδυναμώνει τη δικαστική εξουσία· αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της ανεξαρτησίας της.
Τι συμβαίνει όταν μια ανεξάρτητη Αρχή καταλήγει ότι υπάρχουν πιθανές ενδείξεις διαφθοράς, αλλά το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό δεν μπορεί να υπερβεί το πολύ υψηλότερο ποινικό κατώφλι απόδειξης; Η απάντηση δεν είναι η αδιαφορία. Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει τη λειτουργικότητα των μηχανισμών λογοδοσίας και τη διαθεσιμότητα των εργαλείων διερεύνησης σύνθετων φαινομένων διαφθοράς υψηλού επιπέδου.
Η αξία της Ανακοίνωσης, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στα πρόσωπα και στις ιδιότητες αυτών που κατονομάζονται. Βρίσκεται κυρίως στο ότι φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης της θεσμικής ακεραιότητας. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν εξαρτάται μόνο από το αν θα υπάρξουν καταδίκες. Εξαρτάται και από το αν οι θεσμοί είναι σε θέση να διερευνούν, να ελέγχουν και να λογοδοτούν όταν προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες κατάχρησης εξουσίας. Η μάχη κατά της διαφθοράς δεν είναι μόνο ποινική, είναι πρωτίστως θεσμική.
*Δικηγόρος, Μέλος Διδακτικού Προσωπικού Πανεπιστημίου Frederick, υπ.Διδάκτωρ Νομικής