Η τουρκική πλευρά είχε κατ’ επανάληψιν εγείρει το ζήτημα του γεωγραφικού διαχωρισμού της Κύπρου και της ομοσπονδίας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν αποδεχόταν μια τέτοια προσέγγιση. Και επί τούτου υπήρχε συναντίληψη. Στην Έκθεσή του το 1965 ο Γκάλο Πλάζα, Ειδικός Αντιπρόσωπος του ΓΓ του ΟΗΕ, υπογράμμιζε ότι στην Κύπρο δεν υπήρχαν προϋποθέσεις για ομοσπονδία. Ταυτόχρονα καλούσε τις δύο κοινότητες και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να εργασθούν για την οικοδόμηση ενός ενοποιημένου κράτους.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν αξιοποίησε επαρκώς αυτή την εξέλιξη καθώς το κυρίαρχο αφήγημα ήταν η ένωση. Αρχές του 1968 ο Πρόεδρος Μακάριος διακήρυξε, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα, την πολιτική του εφικτού. Στόχος πλέον δεν ήταν η ένωση, το ευκταίο, αλλά το ενιαίο κράτος, το εφικτό. Θεωρώ ότι ο στόχος αυτός θα επιτυγχάνετο εάν δεν υπήρχε η αποσταθεροποιητική δράση της ΕΟΚΑ Β’ και της Χούντας.
Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν άρδην. Και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις έκαναν λόγο για την ύπαρξη δυο αυτόνομων κοινοτικών διοικήσεων στο νησί. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στη Γενεύη η τουρκική πλευρά κατέθεσε τις προτάσεις της που ισοδυναμούσαν με όρους παράδοσης.
Μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής η Κύπρος αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της πλήρους κατάρρευσης. Παρά τις αντιξοότητες η Κυπριακή Δημοκρατία επιβίωσε.
Παράλληλα, οι αντεγκλήσεις μεταξύ των Ελληνοκυπρίων συνεχίζοντο για την πολιτική στο Κυπριακό. Στη σύσκεψη των Αθηνών 30/11-1/12/1974 των ηγεσιών της Κύπρου και Ελλάδας αποφασίστηκε η αποδοχή της ομοσπονδίας. Η συζήτηση μεταγενέστερα επεκτάθηκε στο κατά πόσον ο στόχος έπρεπε να ήταν η διπεριφερειακή ή η πολυπεριφερειακή ομοσπονδία. Υπήρχε επίσης και μια μικρότερη μερίδα πολιτών η οποία δεν αποδεχόταν την ομοσπονδία και επικεντρωνόταν στον στόχο της απελευθέρωσης. Εν πολλοίς ήταν η ΕΔΕΚ που ηγείτο αυτής της θέσης.
Στις 4 Νοεμβρίου 1974 ο Προεδρεύων Κληρίδης σε ομιλία του στη Γκαλερί Αργώ υπογράμμισε ότι υπό τις περιστάσεις «η μόνη ρεαλιστική λύση ήταν η δικοινοτική διπεριφερειακή ομοσπονδία». Υπήρχαν προτροπές προς αυτή την κατεύθυνση από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία και την Ελλάδα.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1977 υπήρξε η συμφωνία υψηλού επιπέδου Μακαρίου – Ντενκτάς η οποία αναφερόταν σε δικοινοτική ομοσπονδία σε γεωγραφική βάση. Δεν ξεκαθαριζόταν όμως κατά πόσον θα ήταν διπεριφερειακή ή πολυπεριφερειακή. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Τάσσος Παπαδόπουλος εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς κατέθεσε προτάσεις καθώς και χάρτη στη βάση δυο περιφερειών.
Υπήρχαν προσδοκίες και διαβεβαιώσεις ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα ανταποκρινόταν θετικά. Αυτό δεν συνέβηκε ποτέ. Υπήρχε τεράστια απογοήτευση.
Στην τελευταία του ομιλία ο Πρόεδρος Μακάριος στις 20 Ιουλίου 1977 αναφέρθηκε στις εξελίξεις και στη στάση της Τουρκίας. Λαμβάνοντας όλα τα δεδομένα υπ’ όψιν, ο Κύπριος Πρόεδρος διακήρυξε την αναγκαιότητα ενός μακροχρόνιου αγώνα ο οποίος καθίστατο επιβεβλημένος εξαιτίας της αδιάλλακτης πολιτικής της Άγκυρας. Ο Μακάριος απεβίωσε λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Αυγούστου 1977.
Ο Σπύρος Κυπριανού και μεταγενέστερα ο Τάσσος Παπαδόπουλος προσπάθησαν να προωθήσουν ένα υποφερτό συμβιβασμό στη βάση των συμφωνιών υψηλού επιπέδου 1977 και 1979. Η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε καρπούς. Ούτε οι προσπάθειες των άλλων Προέδρων καρποφόρησαν παρά την επιπρόσθετη ευελιξία τους.
Ο μακροχρόνιος αγώνας δεν διεξήχθη ποτέ. Αντίθετα στην πορεία του χρόνου υπήρξαν πολλές παραχωρήσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διαπραγματευτικό πλαίσιο από το 1977 μέχρι σήμερα μετακινήθηκε προς τις θέσεις της τουρκικής πλευράς. Παρά ταύτα δεν υπήρξε διευθέτηση του Κυπριακού.
Αποτελεί μύθο ότι η πολιτική του μακροχρόνιου αγώνα (που δεν διεξήχθη ποτέ) είναι υπαίτιος για τη σημερινή κατάσταση και τη μη λύση του Κυπριακού. Εκείνο το οποίο δοκιμάσθηκε και απέτυχε είναι η πολιτική των συνεχών υποχωρήσεων.
Με τα υφιστάμενα δεδομένα η Τουρκία θα συγκατατεθεί σε μια διευθέτηση η οποία κατοχυρώνει και νομιμοποιεί το στρατηγικό της έλεγχο στην Κύπρο. Γι’ αυτό απαιτείται μια νέα στρατηγική προσέγγιση η οποία να έχει ως ελάχιστο στόχο την προάσπιση της ελεύθερης Κύπρου και ως μέγιστο την αποκατάσταση της ενότητας της χώρας. Εισηγήσεις προς αυτή την κατεύθυνση έχω καταθέσει.
Ο Πόλυς Πολυβίου αξιολογεί την αποδοχή της ομοσπονδίας ως λάθος. Επιπρόσθετα, επί τούτου ασκεί κριτική και στον Μακάριο και στον Κληρίδη. Θεωρώ ότι για μια τέτοια υποχώρηση θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον κάποια ανταλλάγματα (π.χ. επιστροφή των Βαρωσίων) καθώς και σαφής προσδιορισμός του περιεχόμενου μιας διπεριφερειακής ή πολυπεριφερειακής δικοινοτικής ομοσπονδιακής διευθέτησης.
Όταν η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε κατ’ αρχήν την ομοσπονδία δεν υπήρχε επαρκής γνώση επί του αντικειμένου ούτε στην Αθήνα ούτε στην Λευκωσία. Είναι το λιγότερο ατυχές ότι 52 χρόνια μετά το κενό αυτό δεν έχει καλυφθεί επαρκώς. Πρέπει επιτέλους να κατανοηθεί ότι υπάρχουν κατηγορίες ομοσπονδιακών πολιτευμάτων που οι πιθανότητες βιωσιμότητας είναι από ελάχιστες έως μηδαμινές και άλλα τα οποία υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να είναι λειτουργικά.
Εν κατακλείδι, υπογραμμίζω ότι κατά τις διάφορες φάσεις του Κυπριακού δεν υπήρξε ολοκληρωμένη κατανόηση των δεδομένων του διεθνούς περιβάλλοντος. Δεν είναι επίσης υπερβολή να λεχθεί ότι υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει η ιδεολογικοποίηση του Κυπριακού σε μεγάλο βαθμό. Ολοένα και περισσότερο διαφαίνεται ότι το κόστος της απουσίας της γνώσης και του πραγματισμού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν είναι ευκαταφρόνητο.
*Ο Ομότιμος Καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.