Μετά από κάθε κρίση στην Κύπρο ακούγονται σχεδόν πάντα οι ίδιες δύο φράσεις. «Να αναλάβει την πολιτική ευθύνη» και «Ας ολοκληρωθούν πρώτα οι έρευνες». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο φράσεις, χάνεται συνήθως η ουσία.
Σαν κοινωνία μοιάζουμε να έχουμε αναπτύξει δύο αντίθετα αντανακλαστικά. Από τη μία, ένα κομμάτι της κοινής γνώμης διψά για άμεσες παραιτήσεις. Πριν ακόμη γίνουν γνωστά όλα τα γεγονότα, αναζητούμε το πρώτο πολιτικό κεφάλι που θα πέσει. Από την άλλη, αρκετοί πολιτικοί συμπεριφέρονται σαν η πολιτική ευθύνη να υπάρχει μόνο αν την επιβεβαιώσει μια ερευνητική επιτροπή ή ένα δικαστήριο.
Η ποινική ευθύνη αποδίδεται από τα δικαστήρια. Η πειθαρχική από τις αρμόδιες αρχές. Η πολιτική ευθύνη, όμως, δεν απονέμεται από κανέναν. Αναλαμβάνεται.
Αυτό σημαίνει ότι ένας υπουργός δεν χρειάζεται να περιμένει ένα πόρισμα για να πει ότι κάτι δεν λειτούργησε σωστά στον τομέα ευθύνης του. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι το κράτος απέτυχε, να εξηγήσει τι γνωρίζει και τι ακόμη διερευνάται, να δεσμευθεί για διορθωτικές ενέργειες και να λογοδοτήσει στους πολίτες.
Αυτό, δεν σημαίνει αυτομάτως παραίτηση.
Εδώ βρίσκεται μια παρανόηση του δημόσιου διαλόγου. Έχουμε ταυτίσει την πολιτική ευθύνη με την αποχώρηση από το αξίωμα. Έτσι, οι πολιτικοί αποφεύγουν ακόμη και να χρησιμοποιήσουν τη φράση «αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη», γιατί γνωρίζουν ότι πολλοί θα την εκλάβουν ως παραδοχή ότι πρέπει να φύγουν.
Η παραίτηση δεν είναι ο ορισμός της πολιτικής ευθύνης. Είναι μία από τις πιθανές συνέπειές της, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.
Επιπλέον, είδαμε πολιτικούς να αποδίδουν δημόσια ευθύνες σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ή λειτουργούς, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση. Οι πραγματικές ευθύνες δεν αποδίδονται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Αποδίδονται μέσα από θεσμικές διαδικασίες, τεκμηριωμένη διερεύνηση και πλήρη διαφάνεια απέναντι στους πολίτες.
Όταν η δημόσια αναζήτηση ενόχων προηγείται της διερεύνησης, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο να αδικηθούν άνθρωποι. Είναι να υποκατασταθούν οι θεσμοί από την επικοινωνία.
Εδώ αναδεικνύεται και μια βαθύτερη διάσταση: τι σημαίνει πραγματικά ηγεσία σε περιόδους κρίσης;
Υπάρχει μια παλιά αρχή ηγεσίας που λέει ότι η ευθύνη ανεβαίνει προς τα πάνω και η αναγνώριση κατεβαίνει προς τα κάτω. Οι ηγέτες -δημόσια- μοιράζουν εύσημα. Δεν μοιράζουν τις ευθύνες προς τα κάτω για να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ηγέτης συγκαλύπτει τα λάθη. Ούτε ότι προστατεύει όσους ευθύνονται. Προστατεύει όμως τους ανθρώπους του από την πρόωρη δημόσια στοχοποίηση, μέχρι να διαπιστωθούν τα πραγματικά γεγονότα. Γιατί αν σε κάθε κρίση ο πρώτος στόχος είναι να βρεθεί ο αποδιοπομπαίος τράγος, η κουλτούρα που δημιουργείται δεν είναι κουλτούρα ευθύνης. Είναι κουλτούρα φόβου, ενώ η πρόωρη δημόσια απόδοση ευθυνών δεν βλάπτει μόνο τους ανθρώπους, αλλά και την ίδια την ικανότητα του κράτους να λειτουργεί αποτελεσματικά στις κρίσεις.
Αν υπάρχει ένας λόγος λοιπόν για τον οποίο ένας υπουργός μπορεί να χάσει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για να συνεχίσει, αυτός δεν είναι απαραίτητα το ότι συνέβη μια κρίση. Οι κρίσεις συμβαίνουν ακόμη και στους καλύτερους οργανισμούς.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς συμπεριφέρθηκε ως ηγέτης πριν και κατά τη διάρκεια της. Αν οι υφιστάμενοί του αισθανθούν ότι, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση, έσπευσε να μεταφέρει προς τα κάτω το βάρος της ευθύνης για να προστατεύσει τον εαυτό του, τότε διαρρηγνύεται κάτι πολύ βαθύτερο από μια διοικητική σχέση.
Διαρρηγνύεται η εμπιστοσύνη. Και ιδιαίτερα σε οργανισμούς όπως ο Στρατός, αυτό δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Η εμπιστοσύνη είναι προϋπόθεση αποτελεσματικής ηγεσίας.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το δυσκολότερο μάθημα της πολιτικής ηγεσίας. Να αντιστέκεσαι στην πίεση της στιγμής. Να λογοδοτείς χωρίς να προδικάζεις. Να εμπιστεύεσαι τους θεσμούς χωρίς να κρύβεσαι πίσω τους. Και να αφήνεις την αλήθεια να προηγείται της επικοινωνίας.
Στο τέλος, η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται από το πόσο γρήγορα βρίσκει ενόχους.
Κρίνεται από το πόσο ώριμα αναλαμβάνει την ευθύνη, αποδίδει τις πραγματικές ευθύνες και επιμένει να αναζητά την αλήθεια.