Σημαντική απόφαση εξέδωσε στις 30 Ιουλίου 2026 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με την οποία έκρινε άκυρο εξ’ υπαρχής πληρεξούσιο έγγραφο, λόγω απάτης υπό μορφή πλαστογραφίας της υπογραφής αποβιώσαντα και παράνομης πιστοποίησης της υπογραφής του, ακυρώνοντας παράλληλα τις μεταβιβάσεις 23 ακινήτων, μεγάλης αξίας, που είχαν πραγματοποιηθεί, βάσει του συγκεκριμένου εγγράφου.

Κατόπιν μακράς ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο αποδέχθηκε, ως αξιόπιστη και πειστική τη μαρτυρία που προσάχθηκε από τον Ενάγοντα, διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντα και απόρριψε τη μαρτυρία της Εναγόμενης/θυγατέρας του και των μαρτύρων της.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία του Ενάγοντα και των μαρτύρων του και κατέληξε  ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο η Εναγόμενη μεταβίβασε καταρχήν στο όνομα της και αμέσως μετά στα παιδιά της τα 23 ακίνητα, ήταν προϊόν πλαστογραφίας αφού ουδέποτε υπογράφηκε από τον αποβιώσαντα και επιπρόσθετα ότι χρησιμοποιήθηκε δολίως, χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή του. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι όλοι οι Εναγόμενοι, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιούντα υπαλλήλου, ο οποίος παράβηκε τις, εκ του νόμου υποχρεώσεις του, πιστοποιώντας ψευδώς ότι ο αποβιώσαντας υπέγραψε το πληρεξούσιο στην παρουσία του, ενήργησαν από κοινού και υλοποίησαν το σχέδιο τους που ήταν η δόλια απόσπαση της περιουσίας των 23 ακινήτων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε το Δικαστήριο στην εξειδικευμένη πραγματογνωμοσύνη που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας κρίθηκε ότι, τόσο η ολογράφως γραφή, όσο και οι επίδικες υπογραφές στο πληρεξούσιο δεν ήταν γνήσιες και αποτελούσαν προϊόν απομίμησης της υπογραφής του αποβιώσαντος.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα αστικά αδικήματα της απάτης και της συνομωσίας προς εξαπάτηση σε βάρος του αποβιώσαντα και της περιουσίας του. Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο εξ’ υπαρχής το πληρεξούσιο, ακύρωσε όλες τις δηλώσεις μεταβίβασης που είχαν καταχωρισθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και διέταξε την επανεγγραφή των 23 ακινήτων στο όνομα του αποβιώσαντα, δια του διαχειριστή της περιουσίας του. Παράλληλα, αποφάσισε όπως η απόφαση κοινοποιηθεί στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για εξέταση του ενδεχομένου διάπραξης ποινικών αδικημάτων.

Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επαναβεβαιώνει ότι η χρήση πλαστογραφημένων εγγράφων για μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ότι τα κυπριακά δικαστήρια διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα για την αποκατάσταση της νομιμότητας και την προστασία της περιουσίας των πολιτών ακόμη και όταν έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια από τις επίδικες πράξεις. Παράλληλα, υπογραμμίστηκαν οι αυξημένες υποχρεώσεις των πιστοποιούντων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και οι σοβαρές αστικές και ενδεχομένως ποινικές συνέπειες που δύνανται να προκύψουν σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεών τους.

Τον Ενάγοντα εκπροσώπησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ο Αντώνης Γλυκής, Συνεταίρος στο Δικαστηριακό Τμήμα, με την Κατερίνα Ανδρέου και τον Ιάσωνα Τηλεμάχου, Ανώτεροι Συνεργάτες (Senior Associates) της δικηγορικής εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ.