Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΈνα όνειρο επανέρχεται κάθε τόσο και με αναστατώνει: Θέλω να βρω χρόνο να επισκεφτώ τη γιαγιά Ανδριανή, μα ο καιρός περνά κι εγώ τρέχω πολυάσχολη, αναβάλλοντας συνεχώς την επίσκεψή μου!
Έτσι κι αλλιώς η γιαγιά είναι πάντα στο σπίτι, όποια μέρα της βδομάδας ή ώρα περάσεις από εκεί. Πάντα με κάτι καταγίνεται κι ας κοντεύει τα ενενήντα της χρόνια. Σε υποδέχεται με χαρά και ένα γλυκό «Καλώς την». Εγώ θα ψήσω τον καφέ κι αυτή, έστω κι αν ήπιε τον δικό της, θα πιει ακόμη ένα μαζί μου, «γιατί ο καφές θέλει παρέα», λέει. Αυτή θα ετοιμάσει τις ελιές, θα κόψει χαλλούμι, ντομάτα και ψωμί.
Θα καθίσουμε κάτω από το γιασεμί ή τη συκιά αν είναι καλοκαίρι, στην τζαμαρία αν είναι χειμώνας και θα μου πει πως και σήμερα το πρωί ξύπνησε προτού κτυπήσουν οι καμπάνες στο Άι-Γιωρκoύδι, πως ούτε εψές έκλεισε μάτι γιατί τα νυχτερινά κέντρα εκάμναν τάγκα-τούγκου και μέχρι τις πρωινές ώρες τα αυτοκίνητα στην παραλιακή οδό δεν σταμάτησαν να πηγαινοέρχονται κάνοντας ράλι.
Μετά θα αρχίσει τη μουρμούρα και τις γνωστές χειρονομίες, μουντζώνοντας τις πολυκατοικίες και τα ξενοδοχεία που της στέρησαν τη θέα της θάλασσας. Μια όαση στην καρδιά της τουριστικής περιοχής το σπίτι της, αυτό το μακρινάρι σ’ ένα μαγικό κήπο με ελιές, βαβατσινιές και συκιές. Το πηγάδι παραμένει χρόνια κλειστό. Απαγορευόταν σ’ εμάς τα παιδιά να το πλησιάζουμε γι’ αυτό και παίζαμε πιο πέρα. Ανεβαίναμε σε βουνά από χαλίκια, τσ̆ιακκίλες της θάλασσας, παίζοντας χωστό ή κάνοντας έλκηθρο, γλιστρώντας από εκεί κάτω στο έδαφος.
Τη μέρα έρχονταν φορτηγά, φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα χαλίκια για να πουληθούν ως πρώτη ύλη στην οικοδομική βιομηχανία. Ελπίζαμε πως μια μέρα θα εξαντλούνταν από τη θάλασσα κι έτσι θα αποχτούσαμε κι εμείς αμμουδιά όπως αυτήν της άλλης πόλης, της Αμμοχώστου. Μα όσα χαλίκια κι αν φόρτωναν στα φορτηγά, άλλα τόσα ξεβράζονταν στην παραλία.
Δίπλα από το πηγάδι ήταν το μποστάνι με λογής-λογής λαχανικά που φρόντιζε η γιαγιά με τη βοήθεια του θείου Κόκου που αγαπούσε τη γη και τα λουλούδια. Την άνοιξη ο κήπος γέμιζε κρίνα και το φθινόπωρο οκτωβρούδες. Το ίδιο συμβαίνει και στο όνειρο μου, ο κήπος γεμίζει ντάλιες και μυρωδάτες γαρυφαλλιές. Η γιαγιά Ανδριανή έχει πάντα την ίδια ηλικία και φυσιογνωμία. Από το τρανζιστοράκι της ακούει τα νέα και το κουνάει -όπως οι μπάρμεν τα δοχεία του κοκτέιλ- γιατί κάνει παράσιτα. Για τις παρεμβολές φταίνε, όπως λέει, οι πολυκατοικίες μα και όλοι αυτοί οι πολιτικοί και κυβερνητικοί που έδωσαν την άδεια στους εργολάβους να τις χτίσουν πάνω σε περβόλια και στην ακροθαλασσιά.
Οι κότες στην αυλή κυκλοφορούν και αυτές στο επαναλαμβανόμενο όνειρό μου. Κάθε τόσο δέχονται επίθεση από μια αλεπού οπόταν και βρίσκω τη γιαγιά μαραζωμένη. Κάποτε ακούμε ένα σούρσιμο από το πέρασμα ενός φιδιού ή μιας κουφής. Χτυπά το μπαστούνι της στο χώμα κι αυτές οι αόρατες παρουσίες δεν μας πλησιάζουν. «Εν σε πειράζουν αν δεν τες πειράξεις», λέει.
Στις έξι το βράδυ ακούει το πρώτο δελτίο ειδήσεων «Θωρείς τους τούτους ούλλους; Τούτοι εν σ̆ειρόττεροι που τους κούφους τζ̆αι τους αλουπούς. Κανένας τους εν θέλει να λυθεί το κυπριακό γιατί ύστερα έννα χάσουν την καρέκλα τζ̆αι τα μεγαλεία.» Αυτά έλεγε η γιαγιά προτού σωπάσει για πάντα και φύγει μακριά από όσα την πονούσαν. Αυτά μου επαναλαμβάνει και στα όνειρα, αφού η φωνή της δεν έχει σωπάσει μέσα μου, όλο επιστρέφει και μου μιλά. Με μαλώνει μάλιστα που δεν την επισκέπτομαι πιο συχνά.
Η τελευταία φορά στο σπίτι της ήταν ένα καλοκαιρινό δειλινό. Έφυγα με το καλαθάκι του ποδηλάτου μου φορτωμένο βαβάτσινους και έβαλα την τσάντα μου χιαστί για να μην μου πέσει. «Μπράβο μου είπε. Βάρτην ζώνη σου κόρη μου γιατί η αστυνομία βάλλει πρόστιμο. Αντί να γράφει τον κάθε τζ̆εγκένην που βουρά στον παραλιακό, μεθυσμένος». Τότε δεν οδηγούσαν ακόμη οι άνθρωποι υπό την επήρεια των ναρκωτικών όπως σήμερα.
Ξέρεις γιαγιά, το ράλι συνεχίζεται ακόμη στην παραλιακή οδό, όπου πληθαίνουν τα πολυτελή αμάξια. Η πόλη απλώθηκε άναρχα σαν αμοιβάδα. Όχι μόνο σε πλάτος και μήκος αλλά και σε ύψος. Μπορεί σπάνια πλέον να πιάνω το ποδήλατό μου, μα καλού-κακού ακολουθώ τη συμβουλή σου και βάζω τη ζώνη ασφαλείας μου κάθε νύχτα όταν ξαπλώνω, μην εκτοξευτώ στα μεγάλα όνειρα.
«Τα όνειρα σου μην τα λες γιατί μια νύχτα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να βγουν στην εξουσία», μας συμβούλευε ο Νιόνιος με το γνωστό τραγούδι της εφηβείας μας. Πέρασαν τρεις δεκαετίες από τότε που έφυγες γιαγιά Ανδριανή, αλλά μου λείπεις πάντα το ίδιο. Μακάρι να ερχόμουνα να σε έβλεπα συχνότερα όσο ζούσες.
Σήμερα περπάτησα στο σημείο μηδέν, εκεί που κάποτε βρισκόταν το σπίτι σου. Τα πλακάκια στο έδαφος μαρτυρούσαν πως το σπίτι υπήρξε στ’ αλήθεια κι εγώ να περιφέρομαι από κάμαρη σε κάμαρη, ένα μικρό εύθραυστο κοριτσάκι. Το βλέπω καθαρά μπροστά μου και μαζί εσένα που με ημερεύεις με την παρουσία σου. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως θα σ’ ονειρευτώ κι απόψε.
dena.toumazi@gmail.com