Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΉταν μόλις έξι ετών όταν έζησε τον τρόμο του πολέμου και της αιχμαλωσίας. Ο λόγος για την Άννα Γιαγκουλλή Μούζουρα. Μια γυναίκα με καταγωγή από το Καϊμακλί και την Χάρτζια της επαρχίας Κερύνειας, που το μόνο που ζητά -ή μάλλον απαιτεί- είναι να αναγνωριστεί το τραγικό της βίωμα. Αιτείται την έκδοση πιστοποιητικού εγκλωβισμού και αιχμαλωσίας. Όλες της οι προσπάθειες, όμως, πέφτουν στο κενό.
Η ίδια μιλά στον «Φ» και διηγείται το μαρτύριο που έζησε, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της σε μια αποθήκη μαζί με πλήθος άλλων Ελληνοκυπρίων γυναικόπαιδων, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής.
Θυμάται πως στις 14 Αυγούστου 1974 η εισβολή τη βρήκε με την οικογένειά της, τη μητέρα της, τον πατέρα της, τα δύο της αδέλφια Παναγιώτη και Γιάγκο, τη θεία και τον θείο της, σε μία περιοχή που λεγόταν οι μάντρες των Καϊμακλιωτών έξω από τη Μια Μηλιά κοντά στον Άη Δημήτρη.
«Μόλις καταλάβαμε ότι έπεφταν πυροβολισμοί, πήγαμε σε ένα μικρό σπιτάκι που είχαμε. Ο πατέρας μου κρατούσε ένα “τσιακκούι”. Φοβούμενος μήπως του κάνουν κακό οι Τούρκοι, το έριξε σε ένα σωρό από κριθάρι. Για κακή του τύχη, εκείνη τη στιγμή, άνοιξε η πόρτα και τον είδε ένας Τούρκος. Αυτός δεν κατάλαβε τι ήταν. Τον σημάδεψε με το όπλο στο κεφάλι και του είπε να του δώσει αυτό που έκρυψε στο κριθάρι. Δεν μιλούσε ελληνικά. Του έδειχνε με έντονες χειρονομίες και φωνές. Η μάνα μου σηκώθηκε και του είπε να σταματήσει και προσπαθούσε με κινήσεις των χεριών της να του εξηγήσει ότι δεν ήταν κάτι κακό. Εκείνος όμως συνέχισε να φωνάζει μέχρι που του δώσαμε το “τσιακκούι” και έφυγε», διηγείται η ίδια.
«Μας έβγαλαν όλους έξω. Μαζευτήκαμε στην πλατεία. Εκεί υπήρχε πολύς κόσμος. Θυμάμαι ότι οι Τούρκοι, ζητούσαν οτιδήποτε θεωρούσαν αυτοί πολύτιμο. Έπαιρναν με το έτσι θέλω τα ρολόγια, τους σταυρούς, τα χρήματα», συνεχίζει.
Σύμφωνα με την ίδια ήταν οι λεγόμενοι «Γιουρούκηδες». «Φαλακροί, άγριοι, σαν τέρατα». Έτσι τους θυμάται.
Στο μεταξύ ξεκίνησαν να διαχωρίζουν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Μαζί με τους άνδρες, όπως λέει, προσπαθούσαν να πάρουν και τα αγόρια γύρω στα 16 έτη, που φαίνονταν μεγαλόσωμοι. Πήραν και τον πατέρα της.

Η αιχμαλωσία στην αποθήκη
«Εμάς μας πήγαν σε μια αποθήκη. Πυροβόλησαν την πόρτα και άνοιξε. Μας έβαλαν εκεί μέσα και έφυγαν. Είχε πάρα πολύ κόσμο. Όπου βρίσκαμε πέφταμε. Άλλοι κάτω στο πάτωμα, άλλοι πάνω σε σακούλες. Τι βράδυ ήταν κι αυτό. Κανένας μας δεν κοιμήθηκε», προσθέτει.
Την επόμενη μέρα επέστρεψαν οι Τούρκοι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της «με φωνές και βία προσπαθούσαν να πάρουν τις κοπέλες». «Μια μάνα γονάτισε και τους παρακαλούσε να μην πάρουν τις κόρες της. Έβαζε τα νύχια της στο πρόσωπό της, δεξιά και αριστερά, κι έτρεχαν αίματα. Τους έλεγε “πάρτε με εμένα”. Οι Τούρκοι θύμωσαν και έκαναν μεγάλη φασαρία. Πήραν τα όπλα και πυροβολούσαν πάνω από τα κεφάλια μας στον απέναντι τοίχο. Τις πήραν όμως κι αυτές. Όπως και άλλες κοπέλες».
«Όταν τις έφεραν πίσω μετά από κάποια ώρα τις πέταξαν στο πάτωμα όπως τα τσουβάλια με τις πατάτες. Νόμιζα ότι θα τις σκότωναν. Κάποιες μόλις είδαν τι έκαναν σε αυτές τις πρώτες κοπέλες, πήραν τα μαντήλια από τις γιαγιάδες και τα φόρεσαν, ενώ έβαλαν νερό και χώμα στο πρόσωπό τους για να φαίνονται μεγαλύτερες σε ηλικία. Μία άλλη σκέφτηκε να μπει μέσα σε μια σακούλα και να κάτσουμε εμείς τα παιδιά επάνω της. Αυτός ήταν ο λόγος που γλίτωσε και δεν δέχθηκε κακομεταχείριση», διηγείται.
«Οι Τούρκοι έπαιρναν και αγόρια 15-16 χρονών, τα στοίχιζαν γραμμή έξω και τα σημάδευαν για να τα πυροβολήσουν. Εγώ αυτό δεν το θυμάμαι. Για το περιστατικό αυτό μου μίλησε με δάκρυα στα μάτια αρκετά χρόνια αργότερα ένα από αυτά τα παιδιά. Στο πέρασμα των χρόνων, βρήκα αρκετούς από τους αιχμαλώτους στην αποθήκη και κατάφερα να ετοιμάσω μία λίστα με ονόματα, ταυτότητες και στοιχεία, εκ των οποίων όμως πολλοί πέθαναν», προσθέτει.
Η πείνα και η ηρωίδα μάνα
«Καθώς περνούσαν οι μέρες πεινούσαμε και γκρινιάζαμε. Εκτός από τους “Γιουρούκηδες” υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι στρατιώτες που μιλούσαν κυπριακά. Κάποια στιγμή η μάνα μου τόλμησε και πήγε και τους ρώτησε αν μπορεί να πάει να φέρει από τη φάρμα της κάτι φαγώσιμο. Της είπαν “αν δεν φοβάσαι πήγαινε”», συνεχίζει.
Η Άννα δεν ήθελε να την αφήσει μόνη και πήγε μαζί της, ενώ έμειναν στην αποθήκη τα αδέλφια της με τη θεία της.
«Ερχόμενες πίσω περάσαμε από ένα γεφυράκι που είχε κάτω ποταμό και είδαμε δύο Έλληνες στρατιώτες σκοτωμένους. Ήταν ο ένας πάνω τον άλλο και έτρεχαν αίματα. Η μάνα μου με τραβούσε να μην τα δω, αλλά με πείσμα τραβούσα από την άλλη για να τα δω όλα. Ώσπου και φτάσαμε πίσω στην αποθήκη».
Ένα άλλο περιστατικό που της το θύμισε ο αδελφός της, ο Γιάγκος, ήταν όταν ήρθαν με φορτηγά να πάρουν τα ζώα. «Η δική μου ηρωίδα, η μάνα μου, βγήκε μπροστά ξανά και τους είπε “γιατί τα παίρνετε; Δεν είναι δικά σας”. Τότε της απάντησαν “στρατός πεινά, κυρία, θέλει να φάει”», αναφέρει.
Η απελευθέρωση
«Οι μέρες περνούσαν κι αυτοί δεν ήθελαν να μας αφήσουν. Ώσπου ήρθε ένας λοχαγός και τους διέταξε να μας αφήσουν ελεύθερους. Έτσι φύγαμε. Περπατούσαμε και δεν ξέραμε που πηγαίναμε. Σε κάποια στιγμή είχε δύο στρατόπεδα. Δεν ξέραμε που να πάμε να ζητήσουμε νερό. Τελικά, πήγαμε δεξιά. Ευτυχώς, γιατί αριστερά ήταν οι Τούρκοι», λέει.
Εκεί ήταν ένας στρατιώτης. Όταν τον είδαν τα παιδιά έτρεξαν πάνω του με αποτέλεσμα να εκπυρσοκροτήσει το όπλο που είχε ακουμπημένο πάνω στο παπούτσι του. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί δούλευε ως νοσοκόμα η αδελφή της μητέρας της, η Ανδρούλλα. Ο στρατιώτης της είπε για το περιστατικό με τους πρόσφυγες από τη Μια Μηλιά και η θεία της κατάλαβε πως επρόκειτο για την αδελφή της και τα ανίψια της. Τότε κάλεσε τον Ερυθρό Σταυρό. Έσπευσαν φορτηγά και τους μετέφεραν στο σχολείο της Δασούπολης.
«Στο σχολείο της Δασούπολης, πέφταμε στο πάτωμα μέσα στις τάξεις. Κτυπούσε το κουδούνι για να πάμε να φάμε. Θυμάμαι τις φακές που ήταν μετρημένες μέσα στο πιάτο. Εκεί πρέπει να μείναμε 9-10 μέρες. Ώσπου μια καλή ημέρα ήρθαν κάποιοι άνδρες. Μέσα σ’ αυτούς ήταν και ο πατέρας μου. Ησυχάσαμε», θυμάται.
Με τους άνδρες, σύμφωνα με την ίδια, ήταν διαφορετικό. «Κάποιους τους πήγαν στα Άδανα και κάποιους στην αποθήκη του Παυλίδη. Ο πατέρας μου ήταν “από τους τυχερούς” που πήγε στην αποθήκη του Παυλίδη. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν για όσα πέρασε. Το μόνο που κατάφερα να μου πει είναι ότι τους κρατούσαν με δεμένα τα μάτια και τα χέρια και τους απειλούσαν με το μαχαίρι στον λαιμό ότι θα τους σκοτώσουν».
Η οικογένεια, ενωμένη πια, μεταφέρθηκε στον Πολύστυπο, όπου τους φιλοξένησε μία οικογενειακή φίλη.
Για πολλά χρόνια η Άννα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κι όταν κοιμόταν, όπως λέει, ξυπνούσε με εφιάλτες. Η λύτρωση για την Άννα, πέραν από τις προσπάθειες που γίνονταν από την οικογένειά της και τις προσευχές τους, ήταν ο αθλητισμός. «Μόλις ξεκίνησα τον αθλητισμό», όπως λέει, «σταμάτησαν όλα».
52 χρόνια περιμένει ένα χαρτί
Από τότε, το μόνο που ζητά είναι να αναγνωριστεί επίσημα το βίωμά της. Όμως, όλες της οι προσπάθειες για να λάβει ένα πιστοποιητικό αιχμαλωσίας/εγκλωβισμού από το κράτος, πέφτουν στο κενό. Κι αυτό γιατί δεν είναι καταχωρημένη στα αρχεία του Ερυθρού Σταυρού. Η ίδια υποστηρίζει ότι εγγράφηκε στις λίστες στις 18 Αυγούστου 1974, όταν αφέθηκε ελεύθερη και πως έχασαν τα έγγραφα.
Τώρα προσπαθεί ξανά. Όπως λέει η ίδια, δεν το ζητά. Το απαιτεί. Όχι για να πάρει κάποιο βοήθημα ή από συμφέρον. Άλλωστε, όπως δηλώνει, έχει μαρτυρίες που στηρίζουν την ιστορία της, ενώ παράλληλα κατέχει σχετική βεβαίωση από τον τότε Κοινοτάρχη Καϊμακλίου, Σωτήρη Μενοίκου.
Στις 8 Ιουνίου 2026 με επιστολή της προς τον Επίτροπο Προεδρίας, αιτήθηκε εκ νέου την εξασφάλιση πιστοποιητικού εγκλωβισμού κατά την τουρκική εισβολή του 1974, στην οποία γνωστοποιεί πως προσπαθεί εδώ και πολλά χρόνια, οι γονείς της απεβίωσαν, αλλά το περιβόητο χαρτί δεν ήρθε ποτέ.
Στις 24 Ιουλίου 2026 έλαβε απαντητική επιστολή από το Υπουργείο Άμυνας, με την οποία την ενημέρωναν ότι σύμφωνα με τον νόμο, πιστοποιητικό αιχμαλώτου πολέμου «εκδίδεται σε πρόσωπο, Ελληνοκύπριο ή Ελλαδίτη, το οποίο συνελήφθη από τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974 και το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε ως κληρωτός ή έφεδρος στρατευμένος», κατηγορίες στις οποίες δεν εμπίπτει.
Σε επικοινωνία που είχαμε με τον Ερυθρό Σταυρό, μας γνωστοποιήθηκε πως πιστοποιητικό αιχμαλώτου δίδεται μόνον σε άνδρες που πολέμησαν και αιχμαλωτίστηκαν, ενώ στα γυναικόπαιδα, εκδίδεται πιστοποιητικό εγκλωβισμού, μόνο στις περιπτώσεις όπου ένα άτομο είναι εγγεγραμμένο στις λίστες του. Όπως μας λέχθηκε, δεν αρκούν οι μαρτυρίες.
Η Άννα, όμως επιμένει. Με νέα επιστολή ημερομηνίας 4 Αυγούστου 2026, ζήτησε την επανεξέταση του αιτήματός της για έκδοση πιστοποιητικού αιχμαλωσίας/εγκλωβισμού, τονίζοντας πως το γεγονός ότι το όνομά της δεν εμφανίζεται στις λίστες του Ερυθρού Σταυρού δεν μπορεί από μόνο του να αναιρεί την πραγματικότητα των γεγονότων που βίωσε ούτε τις μαρτυρίες ανθρώπων που υπήρξαν μαζί της στην ίδια αιχμαλωσία.
Μετά από τόσα χρόνια, όπως σημειώνει η ίδια, δεν ζητά τίποτε περισσότερο από την αναγνώριση μιας ιστορικής αλήθειας που σημάδεψε τη ζωή της.
Η Άννα Γιαγκουλλή Μούζουρα, έδωσε διορία μέχρι τις 18 Αυγούστου 2026. Ημέρα σημαδιακή, αφού στις 18 Αυγούστου του 1974 την άφησαν ελεύθερη οι Τούρκοι. Περίμενε μία απάντηση. Δεν την έλαβε ποτέ.