Μικρή πόλη της Άγριας Δύσης δυναστεύεται από έναν άπληστο βαρόνο ορυχείων που σκοπεύει να διώξει τους κατοίκους και να αρπάξει τη γη τους. Εκείνοι ζητούν τη βοήθεια ενός κυνηγού επικηρυγμένων ο οποίος συντάσσει μια ομάδα από άσχετους μεταξύ τους, αταίριαστους και δημογραφικά ποικίλους τύπους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον αρχικακό και τον ιδιωτικό στρατό του.
Πριν κατηγορήσουμε το νέο “The Magnificent Seven” ότι είναι απλά ένα “αχρείαστο remake” να θυμίζουμε πως και το original γουέστερν του 1960 σε σκηνοθεσία Τζον Στάρτζες που θεωρείται σήμερα αν όχι κλασικό (που δεν είναι) τουλάχιστον ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα του είδους, ήταν με τη σειρά του διασκευή του γιαπωνέζικου κλασικού (αυτό είναι) “Seven Samurai” (1954) του Ακίρα Κουροσάβα – οπότε ας μην το θάψουμε εξ ορισμού γιατί δεν θα ήταν σωστό. Μεγαλύτερο, κατ’ εμέ, ψεγάδι; Οι χαρακτήρες. Οι οποίοι δείχνουν να έχουν σκοτεινό παρελθόν, σημαντικό παρόν και αβέβαιο μέλλον. Σίγουρα ο σκοπός τους είναι αγνός, όμως η όλη μάζωξη στο πρώτο ημίωρο δεν πολυπείθει, με εξαίρεση τους A list σταρ Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κρις Πρατ και Ίθαν Χοκ οι υπόλοιποι είναι
μονοδιάστατοι και χωρίς background και ο Πίτερ Σάρσγκαρντ χαραμίζεται ως ένας μονόχνωτος κακός που περιορίζεται στο να ιδρώνει συνεχώς και δίνει εντολές στα τσιράκια του. Όμως μιλάμε για ταινία του Φουκουά κι αν αγνοήσεις το γεγονός ότι έχουμε μια πολυπολιτισμική ομάδα που αγωνίζεται να ελευθερώσει μια πόλη λευκών από τον λευκό δυνάστη, σου μένει η συνεχής και εκρηκτική δράση. Κι εκεί του δίνει και καταλαβαίνει. Για την ακρίβεια, εκεί που θα μπορούσε να δουλέψει λίγο τους χαρακτήρες το σενάριο κάτι ότι μπορεί να τους εμπλέξει σε περισσότερες σκηνές βίας μέχρι την τελική αναμέτρηση καλών-κακών. Κι όταν η τελευταία έρχεται, ξεσπάει μεν η κόλαση όμως νιώθεις ήδη χορτάτος από βία και σκοτωμούς. Άρα και οι επτά δεν είναι ακριβώς “Υπέροχοι” αλλά μάλλον απλά αποτελεσματικοί. Μ.Ν.
Πριν κατηγορήσουμε το νέο “The Magnificent Seven” ότι είναι απλά ένα “αχρείαστο remake” να θυμίζουμε πως και το original γουέστερν του 1960 σε σκηνοθεσία Τζον Στάρτζες που θεωρείται σήμερα αν όχι κλασικό (που δεν είναι) τουλάχιστον ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα του είδους, ήταν με τη σειρά του διασκευή του γιαπωνέζικου κλασικού (αυτό είναι) “Seven Samurai” (1954) του Ακίρα Κουροσάβα – οπότε ας μην το θάψουμε εξ ορισμού γιατί δεν θα ήταν σωστό. Μεγαλύτερο, κατ’ εμέ, ψεγάδι; Οι χαρακτήρες. Οι οποίοι δείχνουν να έχουν σκοτεινό παρελθόν, σημαντικό παρόν και αβέβαιο μέλλον. Σίγουρα ο σκοπός τους είναι αγνός, όμως η όλη μάζωξη στο πρώτο ημίωρο δεν πολυπείθει, με εξαίρεση τους A list σταρ Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κρις Πρατ και Ίθαν Χοκ οι υπόλοιποι είναι
μονοδιάστατοι και χωρίς background και ο Πίτερ Σάρσγκαρντ χαραμίζεται ως ένας μονόχνωτος κακός που περιορίζεται στο να ιδρώνει συνεχώς και δίνει εντολές στα τσιράκια του. Όμως μιλάμε για ταινία του Φουκουά κι αν αγνοήσεις το γεγονός ότι έχουμε μια πολυπολιτισμική ομάδα που αγωνίζεται να ελευθερώσει μια πόλη λευκών από τον λευκό δυνάστη, σου μένει η συνεχής και εκρηκτική δράση. Κι εκεί του δίνει και καταλαβαίνει. Για την ακρίβεια, εκεί που θα μπορούσε να δουλέψει λίγο τους χαρακτήρες το σενάριο κάτι ότι μπορεί να τους εμπλέξει σε περισσότερες σκηνές βίας μέχρι την τελική αναμέτρηση καλών-κακών. Κι όταν η τελευταία έρχεται, ξεσπάει μεν η κόλαση όμως νιώθεις ήδη χορτάτος από βία και σκοτωμούς. Άρα και οι επτά δεν είναι ακριβώς “Υπέροχοι” αλλά μάλλον απλά αποτελεσματικοί. Μ.Ν.
6.40 ΜΜ NOVACINEMA 3
ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ (ΗΠΑ, 2016)
Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά
Παίζουν: Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κρις Πρατ, Ίθαν Χοκ, Πίτερ Σάρσγκαρντ
Διάρκεια: 132’
ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ (ΗΠΑ, 2016)
Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά
Παίζουν: Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κρις Πρατ, Ίθαν Χοκ, Πίτερ Σάρσγκαρντ
Διάρκεια: 132’