To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Πολυομβρία
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Πολυομβρία
  12 Ιανουαρίου 2020, 4:00 μμ  
«…Πέφτει βροχή / πέφτει βροχή / ο ουρανός μολύβι / πέφτει βροχή / πέφτει βροχή / κι η νύχτα κάτι κρύβει…».
 
Στέκομαι στη μέση ενός χωραφιού πλημμυρισμένου από νερά στα Λύμπια και κάνω με τις γαλότσες που μού ‘δωσαν γκλουπ γκλουπ μέσα στις λάσπες – το μυαλό μου γεμίζει από κουτσουλιές καθώς σκέφτομαι το παλιό σπίτι, τα παλιά τραπέζια, τις παλιές χαρές πριν αυτές γίνουν μνημόσυνα διαψεύδοντας την αθανασία της νεότητας που μας κατάτρεχε, ήσυχοι ακόμη στην πίστη του αιώνιου. Κάποιες ωραίες μορφές, κάποιους ωραίους ανθρώπους που στέκονται ως ομιχλώδεις πια μορφές ανάμεσα σε κόλλυβα – ωραία όλα κάποτε. Τα πράγματα σπανίζουν πια. Συνήθως -λένε- αυτό συμβαίνει μεγαλώνοντας: παύει η χάρη του παρελθόντος κι η ζωή γεμίζει από στόχους, νίκες, ήττες (κυρίως), ηδονές και ποικιλόμορφες εξαρτήσεις – παύει η αθωότητα για πάντα στις μαθηματικές μας σκέψεις. Συμβαίνει πάντα αργά αργά, σαν ένα σαράκι που σε τρώει προσπαθώντας μάταια να φτιάξεις νέες σχέσεις, δεσμούς, εναγκαλισμούς που θα αντέξουν στον χρόνο – τίποτα δεν επιβιώνει, τίποτα δεν παραμένει, τίποτα δεν θα ‘ναι ίδιο γύρω από τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια. Τα πράγματα μαραίνονται όπως ανθίζουν – ας είναι αυτό πια θέσφατο: διαψεύδονται τα γεγονότα, όπως αρχικά επιβεβαιώθηκαν. Όλα. Μαυρίζουν όπως κάποτε ήταν ξέξασπρα. Όλα. Όλα υπό διάλυση – οι τάχαμου ανακαινίσεις έγιναν περασμένες πραγματικότητες που δεν κατάφεραν να αρθρώσουν εντέλει άχνα. Τα νερά μάς πνίγουν. Γυάλινες μοναξιές και γύρω γύρω πύργοι.

Στο χωριό βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά: στο χώμα επιστρέφονται όλα, στην αρχή – ως αίσθηση, όχι σε κατοίκους. «Ό,τι προλάβουμε». Σωστά, ποιητή: ό,τι προλάβουμε. Τον βλέπω κάποια βράδια στην καντίνα της εργασίας του – έχει ένα είδος χάρης, ένα δώρο από το πουθενά καθώς καπνίζει και τρώει ψημένο λουκάνικο. «Γράφετε ακόμη ποιήματα;». «Γράφω». Πώς αλλιώς; Είναι σαν όλα τα ανόητα που κάνουμε κατά καιρούς για την επιβίωση να τρακάρουν στα ίδια βράχια, να μην αξίζουν τίποτα, όταν συνειδητοποιείς το φως της Τέχνης, το φως το ανελέητο του αόρατου θείου που εκβάλλει στο νου από τον ουρανό, από την πρώτη μας πηγή. Αυτό αισθάνθηκα τελειώνοντας -σ’ ένα βράδυ, κυλάει όπως όλα τα σπουδαία έργα, γάργαρο στην καρδιά- την «πικρία χώρα» της Σωτηρίου – το καλύτερό της βιβλίο μέχρι σήμερα. Αν την ήξερα, αν είχα το τηλέφωνό της, ίσως και να της έστελνα ένα «ευχαριστώ» γι’ αυτή την πρόταση της τελικής κατάρρευσης κάποιου που μας τραβάει στον τάφο του για τα αδικαιολόγητα αυτού του παραιτημένου πια κράτους από μνήμες και της μη συνειδητοποίησης των μεγάλων κινδύνων του Κύκλωπα απέναντί μας: «Ήτανε αθώοι, αφού κάνανε ό,τι τους διατάξανε, ήταν αθώοι, κάνανε ό,τι τους είπανε, ήταν αθώοι, πρέπει κι αυτούς πια να τους θάψουμε» (σελ. 107). Συμβαίνει παντού. Αλλά αλλιώς είναι όταν ξεριζώνονται τα σκουριασμένα φτερά. Πίκρα. Πίκρα στο στόμα. 

«Πες, ποιητή, τι βλέπεις στον καιρό σου;». «Δεν είμαι αισιόδοξος. Αυτή τη χώρα θα την καταπιεί ο λύκος – αργά ή γρήγορα. Όσο εμείς θα φτιάχνουμε ουρανοξύστες στο μεσογειακό Μανχάταν. Όσο θα ανεβάζουμε τα νοίκια σαν Παρίσι – απέναντι υφαίνεται ο ιστός της αράχνης καθώς θα ετοιμάζεται να καταβροχθίσει το μικρό πτηνό που την περιφέρει. Θα μπορούσε να ‘ταν μια κάποια λύση ό,τι καταστροφικό προηγήθηκε, ένα “δώρο” γείωσης – ούτε αυτό. Απτόητοι. Να ‘ναι η μη παιδεία; Να ‘ναι τα σαπισμένα μας μυαλά; Να ‘ναι τα “μαύρα” λεφτά; Να ‘ναι αυτή η ξιπασιά κι η αλαζονεία που επανέρχεται κατά καιρούς -αυτή η κατάρα ενός ανόητου λαού- και που ένα γερό χτύπημα σαν θεία δίκη θα επισημάνει τη ματαίωση;». «Κίνδυνος, ποιητή;». «Δεν είμαι αισιόδοξος. Δεν υπάρχουν πια βάσεις. Η τίγρης έχει βάλει τα νύχια της γύρω από το μικρό ελαφάκι. Το περιφέρει. Το παραζάλισε πια. Δεν θα το αφήσει αν δεν το φάει. Δεν θα ξεφύγει το μικρό ελεφάκι. Μωροί οι κάτοικοι, μωροί, κατάμονοι στον κόσμο πιστεύοντας πως θα ‘χουν προστασία. Έφτιαξαν φίλους που θα τους αδειάσουν κι όχι τα “τείχη” εντός. Δεν είμαι αισιόδοξος». 

«…Στην καρδιά του πελάγου
στο σταυρό του ορίζοντα
κραυγή κι’ οιμωγή η πατρίδα μου…».

Θα κοιμηθούμε όπως στρώσαμε. Στη Λευκωσία, στο ισόγειο του πιο ψηλού κτηρίου της Κύπρου, στρώθηκαν απ’ το πρωί πλαστικές καρέκλες και τραπέζια σε σειρά – για τους εργάτες μάλλον. Τρωγόμαστε όλοι με τα ρούχα μας και ξεχάσαμε το παιδικό ζυμωτό ψωμί, την κουρτίνα του απομεσήμερου που πάει μπρος πίσω καθώς φυσάει το αεράκι του Ιανουαρίου – αυτά τα απλά που έχουν εκβάλει σε ματαίωση. Είναι ωραία που βρέχει. Είναι ωραία που θα βρέχει όλη τη βδομάδα. Είναι ωραία που κάτι ξεπλένεται. 

Υ.Γ. Γένεσις: Σταύρο, διορατικέ Σταύρο, νέα παιδιά δικά σου, νέα μπουσουλήματα, νέα έντυπα-δεσμοί ανοίγουν πάλι πανιά αισθηματοποιώντας το λογιστικό περιβάλλον την άλλη Κυριακή. Η καλοτάξιδη Τέχνη τού να φτιάχνεις κάτι ευγενές ισχυροποιώντας αόρατες σχέσεις με το ωραίο υπερπέραν, συνεχίζεται… Φόρτσα!
 
Φιλgood, τεύχος 255.
  Γιάννης Χατζηγεωργίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...