Οι καρδιακές ανακοπές συμβαίνουν σε μεγαλύτερους αριθμούς τους μήνες Ιανουάριο και Απρίλιο και δεν αποκλείεται να σχετίζονται με τις εποχιακές λοιμώξεις αλλά και με τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Αφορούν περισσότερο άνδρες και η διάμεση ηλικία των ασθενών είναι τα 74 έτη αν και οι ενδείξεις δείχνουν ότι αφορούν και άτομα 50-55 ετών.
Λευκωσία και Λεμεσός, κατέγραψαν το 2025 τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών, ο χρόνος ανταπόκρισης των ασθενοφόρων, βρισκόταν εντός των πλαισίων των διεθνών ορίων, αλλά, ο τρόπος διαχείρισης των ασθενών από τα άτομα που βρίσκονταν δίπλα τους πριν την άφιξη του ασθενοφόρου φάνηκε να υστερεί σημαντικά συγκρινόμενος με τα διεθνή δεδομένα.

Η αδυναμία μάλιστα των πολιτών να ανταποκριθούν παρέχοντας βοήθεια στο άτομο που παρουσιάζει καρδιακή ανακοπή αποτελεί, ίσως το σημαντικότερο, εύρημα επιδημιολογικής μελέτης που διενεργήθηκε για λογαριασμό της Υπηρεσίας Ασθενοφόρων και βασίστηκε στα καταγεγραμμένα δεδομένα του συντονιστικού κέντρου κλήσεων κατά το 2025.
Συγκεκριμένα και όπως διαπιστώθηκε από την ανάλυση των δεδομένων, στο 67,81% των περιστατικών δεν καταγράφηκε καμία απολύτως παρέμβαση από τους παρευρισκόμενους πολίτες ενώ Καρδιοπνευμονική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ) πραγματοποιήθηκε μόνο στο 20,72% των περιπτώσεων και χρήση απινιδωτή από πολίτες πραγματοποιήθηκε μόλις στο 1,37%.
Τα ποσοστά αυτά, όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου η ΚΑΡΠΑ από παρευρισκόμενους ξεπερνά συχνά το 50%.
Στη μελέτη τονίζεται ότι η διαφορά αυτή θεωρείται καθοριστική, καθώς τα πρώτα λεπτά μετά την ανακοπή είναι κρίσιμα για την επιβίωση.
«Αποτελεί κρίσιμο αδύναμο σημείο του συστήματος, σχετίζεται άμεσα με μειωμένη επιβίωση και υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της εκπαίδευσης του κοινού και της διαθεσιμότητας εξοπλισμού πρώτης ανταπόκρισης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη μελέτη.
Ανταπόκριση ασθενοφόρου σε λιγότερο από 8 λεπτά
Από την ηλεκτρονική καταγραφή δεδομένων του συντονιστικού κέντρου κλήσεων τα οποία αναλύθηκαν στο πλαίσιο της επιδημιολογικής μελέτης, προέκυψε ότι κατά το 2025, ο διάμεσος χρόνος ανταπόκρισης των ασθενοφόρων στις περιπτώσεις αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής ήταν 7,79 λεπτά, χρόνος, που όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, βρίσκεται εντός των διεθνών προτύπων που θέτουν ως στόχο τα 8 έως 10 λεπτά.

Ωστόσο, η ανάλυση δείχνει σημαντική μεταβλητότητα σε ορισμένα περιστατικά, με χρόνο ανταπόκρισης που φτάνει έως και τα 15 λεπτά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Η διαφοροποίηση αυτή αποδίδεται κυρίως σε γεωγραφικούς και κυκλοφοριακούς παράγοντες, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές.
Παρά όμως και τις αποκλίσεις αυτές, ο χρόνος ανταπόκρισης παραμένει εντός των διεθνών στόχων ταχύτητας.
«Η αναγνώριση της ανακοπής από το συντονιστικό κέντρο κλήσεων ασθενοφόρων ανέρχεται σε ποσοστό 92,98 και παρατηρείται υψηλή συμφωνία μεταξύ της αρχικής τηλεφωνικής εκτίμησης και της επιτόπιας διάγνωσης, γεγονός που υποδηλώνει αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαλογήςαλλά και της άμεσης ανταπόκρισης των ασθενοφόρωνκαι των διασωστικών μηχανών», αναφέρεται στη μελέτη.
Το 69,96% των περιστατικών αφορούσαν άνδρες
Από την ανάλυση των δεδομένων που καταγράφηκαν στο πλαίσιο της μελέτης προκύπτει ότι:
> Το 2025, καταγράφηκαν συνολικά 584 περιστατικά αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής με την εικόνα αυτή να είναι συμβατή με τα ευρωπαϊκά δεδομένα ως προς τη συχνότητα των περιστατικών. Με βάση τον πληθυσμό της Κύπρου, η επίπτωση αντιστοιχεί περίπου σε 46 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους ετησίως, αριθμός που βρίσκεται εντός του εύρους που καταγράφεται σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (σ.σ. Σύμφωνα με τα δεδομένα των ευρωπαϊκών μηχανισμών καταγραφής δεδομένων (registries) και των μελετών EuReCa του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αναζωογόνησης, η επίπτωση εξωνοσοκομειακής καρδιακής ανακοπής που αντιμετωπίζεται από υπηρεσίες ασθενοφόρων κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 40 και 80 περιστατικών ανά 100.000 κατοίκους ετησίως).

> Η ανάλυση δείχνει σαφή υπεροχή των ανδρών, τους οποίους αφορούσε το 69% των περιστατικών, έναντι 30,65% των γυναικών. Πρόκειται για εικόνα που συμφωνεί με τα διεθνή επιδημιολογικά δεδομένα.
> Η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν τα 74 έτη, ωστόσο η μέση ηλικία ήταν χαμηλότερη, στα 66,96 έτη. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι, αν και η πλειονότητα αφορούσε ηλικιωμένους, καταγράφηκε και σημαντικός αριθμός περιστατικών σε νεότερες ηλικίες. Για να εξαχθούν ωστόσο πιο ασφαλή συμπεράσματα χρειάζεται μάλλον πολυετής και συνεχής καταγραφή δεδομένων.
Σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η πλειονότητα των περιστατικών καταγράφηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Συγκεκριμένα, το 30,31% σημειώθηκε στη Λευκωσία και το 24,83% στη Λεμεσό, και ακολουθούσαν η Λάρνακα με 17,47%, η Πάφος με 15,41% και η Αμμόχωστος με 7,71%. Στις ορεινές περιοχές καταγράφηκε μόλις το 4,28% των περιστατικών.
Συνολικά δηλαδή περισσότερα από τα μισά περιστατικά, 55%, καταγράφηκαν σε δύο μόνο επαρχίες, γεγονός που αντανακλά, σύμφωνα και με τους μελετητές, τόσο την πληθυσμιακή κατανομή όσο και τη μεγαλύτερη χρήση υπηρεσιών επείγουσας φροντίδας στα αστικά κέντρα.
Περισσότερα περιστατικά τον χειμώνα και την άνοιξη
Τα δεδομένα δείχνουν επίσης διαφοροποιήσεις στην εμφάνιση των περιστατικών ανάλογα με την εποχή. Συγκεκριμένη διαπιστώθηκε αυξημένη συχνότητα τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο, όταν καταγράφηκαν 65 και 68 περιστατικά αντίστοιχα. Αντίθετα, ο Νοέμβριος παρουσίασε τη χαμηλότερη συχνότητα με 33 μόλις περιστατικά.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές, όπως επισημαίνεται και στη μελέτη, ενδέχεται να σχετίζονται με χαμηλές θερμοκρασίες, τις λοιμώξεις του αναπνευστικού ή ακόμη και με τις επιδράσεις μεγάλων εορταστικών περιόδων, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.
Συμπεράσματα και εισηγήσεις
«Η ανάλυση καταδεικνύει ότι, παρά την ικανοποιητική λειτουργία του συστήματος επείγουσας προνοσοκομειακής φροντίδας, παραμένουν κρίσιμες προκλήσεις, κυρίως όσον αφορά την έγκαιρη παρέμβαση από παρευρισκόμενους και την τυποποίηση των δεδομένων καταγραφής», αναφέρουν οι μελετητές και προχωρούν σε συγκεκριμένες προτάσεις προς κάλυψη των κενών που σήμερα φαίνεται να υπάρχουν στο σύστημα.
Προτείνεται, η ενίσχυση των προγραμμάτων εκπαίδευσης του πληθυσμού στην καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, η διεύρυνση της πρόσβασης σε αυτοματοποιημένους εξωτερικούς απινιδωτές και η περαιτέρω βελτίωση των διαδικασιών καταγραφής και ανάλυσης δεδομένων.
«Η ενίσχυση των συγκεκριμένων παραμέτρων», καταλήγει η μελέτη, «αναμένεται να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της επιβίωσης και της συνολικής διαχείρισης των περιστατικών αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής στη χώρα».
Η επιδημιολογική έκθεση: «Στατιστικά δεδομένα αιφνίδιων καρδιακών ανακοπών για το έτος 2025, διενεργήθηκε για την Υπηρεσία Ασθενοφόρων με συντελεστές τους Ιωάννη Μαμάη, Συντονιστικό Κέντρο Κλήσεων της Υπηρεσίας Ασθενοφόρων, Στέλιο Μάππουρα, Ευθύβουλο Κυριάκου και Ριάνα Κωνσταντίνου.