Η αντεπίθεση των «υπερμικροβίων» φαίνεται να περνά σε νέα φάση στην Ευρώπη με τους επιστήμονες να διαπιστώνουν ότι πλέον δεν αυξάνεται μόνο η αντοχή ορισμένων επικίνδυνων μικροβίων στα αντιβιοτικά, αλλά αλλάζουν τώρα και οι μηχανισμοί με τους οποίους τα συγκεκριμένα μικρόβια καταφέρνουν να επιβιώνουν και να παρουσιάζουν σοβαρή αντίσταση ακόμα και σε νεότερα αντιβιοτικά.

Τα νέα ευρήματα των επιστημόνων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την Κύπρο η οποία, εδώ και χρόνια συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά μικροβιακής αντοχής και ανάπτυξης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.

Μάλιστα, τα δύο βακτήρια που απασχολούν τη νέα έκθεση του ECDC, Klebsiella pneumoniae και το γνωστό Escherichia coli (E. coli), απασχολούν ήδη πολύ έντονα την αρμόδια εθνική Αρχή με το υπουργείο Υγείας να έχει προχωρήσει τον τελευταίο χρόνο και στην ετοιμασία στρατηγικής για τη μικροβιακή αντοχή.

Συγκεκριμένα, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής έρευνας καταγράφουν σημαντικές αλλαγές στα δύο βακτήρια, τα οποία ευθύνονται για σοβαρές νοσοκομειακές αλλά και ενδοκοινοτικές λοιμώξεις.

Τα βακτήρια αυτά ανήκουν στη μεγάλη ομάδα των εντεροβακτηριδίων, μια ομάδα, δηλαδή, μικροοργανισμών που προκαλούν σοβαρές λοιμώξεις του ουροποιητικού, του αναπνευστικού, της κοιλιακής χώρας και του αίματος, ιδιαίτερα σε νοσηλευόμενους, ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για το γνωστό βακτήριο Escherichia coli (E. coli), το οποίο αποτελεί την πιο συχνή αιτία για ουρολοιμώξεις, ενώ περιλαμβάνεται και στις βασικότερες αιτίες για ανάπτυξη σοβαρών αιματολογικών λοιμώξεων.

Από την έρευνα προέκυψε ότι τα στελέχη του βακτηρίου που διαθέτουν μηχανισμούς αντοχής απέναντι σε ορισμένα από τα πιο ισχυρά αντιβιοτικά παρουσιάζουν σημαντική αύξηση.

Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός της ομάδας ανθεκτικών γονιδίων (OXA-48), παρουσιάζει αύξηση από 32% το 2019 σε 52% το 2025 με τους επιστήμονες του ECDC να εκφράζουν ιδιαίτερη ανησυχία για την ταχεία εξάπλωση της παραλλαγής αυτής που εντοπίστηκε στο 68% των σχετικών στελεχών.

Η ανησυχία γίνεται ακόμα πιο μεγάλη εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σε αντίθεση με άλλα πολυανθεκτικά βακτήρια που εντοπίζονται κυρίως στα νοσοκομεία, τα συγκεκριμένα στελέχη του E. coli έχουν την ικανότητα να εξαπλώνονται και στην κοινότητα, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο μετάδοσής τους στον γενικό πληθυσμό.

Η σημαντικότερη, όμως, μεταβολή που καταγράφει το ECDC αφορά την Klebsiella pneumoniae, ένα βακτήριο που αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες σοβαρών νοσοκομειακών λοιμώξεων και σηψαιμίας.

Τα νέα στοιχεία, όπως αυτά καταγράφονται στη σχετική έκθεση, δείχνουν ότι τα βακτήρια βρίσκονται σε ένα διαρκή αγώνα ανάπτυξης μηχανισμού αντοχής.

Όπως διαπιστώθηκε, το ποσοστό των στελεχών που φέρουν συγκεκριμένο γονίδιο αντοχής (blaNDM), αυξήθηκε από περίπου 20% το 2019 σε 50% το 2025, ενώ αντίθετα τα στελέχη που έφεραν δεύτερο γονίδιο (blaKPC), το οποίο κυριαρχούσε μέχρι πρόσφατα στην Ευρώπη, μειώθηκαν από 50% σε 25%.

Από τα συνολικά 1.139 στελέχη Klebsiella pneumoniae που αναλύθηκαν στην έρευνα, τα 569 έφεραν το γονίδιο blaNDM, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλους μηχανισμούς αντοχής.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η εξάπλωση των νέων μορφών αντοχής οφείλεται πρώτα στη συνεχιζόμενη κυκλοφορία ήδη γνωστών και ιδιαίτερα επικίνδυνων στελεχών βακτηρίων και επιπρόσθετα στην εμφάνιση νέων παραλλαγών τους. Παράλληλα, τα βακτήρια φαίνεται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους μηχανισμούς που τα βοηθούν να επιβιώνουν απέναντι στα αντιβιοτικά, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο την αντοχή τους.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και συγκεκριμένη παραλλαγή, η οποία παρουσιάζει αστραπιαία εξάπλωση και όπως καταγράφεται, ενώ το 2019 αντιπροσώπευε μόλις το 5% των στελεχών που έφεραν το γονίδιο αυτό (NDM), το 2025 αντιστοιχούσε πλέον σχεδόν στο 46% αυτών των στελεχών.

Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στους ειδικούς είναι ότι αρκετά από τα νεότερα αντιβιοτικά που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπιση των πολυανθεκτικών βακτηρίων δεν είναι αποτελεσματικά απέναντι στο NDM.

Γιατί είναι σημαντικό για την Κύπρο

Παρά το γεγονός ότι τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της έρευνας του ECDC, δεν περιλαμβάνουν στοιχεία για την κάθε χώρα της ΕΕ, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για την Κύπρο μέσω του ευρωπαϊκού δικτύου επιτήρησης EARS-Net δείχνουν ότι η χώρα μας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντική πρόκληση όσον αφορά την αντοχή της Klebsiella pneumoniae στις καρβαπενέμες (ομάδα ισχυρών αντιβιοτικών).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC (2023), η αντοχή της Klebsiella pneumoniae στις καρβαπενέμες στην Κύπρο κυμαινόταν μεταξύ 15% και 20%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των περισσότερων χωρών της Βόρειας Ευρώπης, όπου η αντοχή παρέμενε κάτω από το 1%.

Αν και η κατάσταση στην Κύπρο παραμένει σαφώς καλύτερη από εκείνη χωρών όπως η Ελλάδα, όπου τα ποσοστά υπερβαίνουν το 50%, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η συνεχής επιτήρηση, η ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών και η αυστηρή εφαρμογή μέτρων πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων στα νοσοκομεία είναι απαραίτητη.

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων καλεί τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των λοιμώξεων, την επιτήρηση των ανθεκτικών βακτηρίων, τη γονιδιωματική παρακολούθηση, αλλά και την ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών. Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι χωρίς συντονισμένη δράση, η ανάπτυξη νέων μηχανισμών αντοχής ενδέχεται να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.