Αναθεώρηση περιορισμών που εφαρμόζονται σήμερα στο ΓεΣΥ, αλλαγές στον τρόπο κατανομής των μονάδων για εξειδικευμένες νοσηλείες από το 2027 και νέο πλαίσιο αξιολόγησης των Προσωπικών Ιατρών έρχονται εντός του επόμενου έτους.
Η γενική διευθύντρια του ΟΑΥ, Ιφιγένεια Καμμίτση, ωστόσο, σε συνέντευξη της στον «Φ», άφησε μεν ανοικτό το ενδεχόμενο υιοθέτησης από τον Οργανισμό κάποιων εκ των απαιτήσεων και προτάσεων που κατατέθηκαν από οργανωμένους ασθενείς αλλά και γιατρούς το τελευταίο διάστημα, επεσήμανε δε ότι θα γίνουν αλλαγές μόνο εκεί και όπου υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη. Τόνισε ωστόσο ότι «το ΓεΣΥ δεν μπορεί να είναι στατικό σύστημα» και υπογράμμισε πως «κανένας μηχανισμός ο οποίος εφαρμόζεται δεν μπορεί να είναι αμετάβλητος».
Αναγνώρισε ότι η μακροχρόνια και κατ’ οίκον φροντίδα αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κενά του συστήματος, με αποτέλεσμα ασθενείς να παραμένουν επί μακρόν στα νοσηλευτήρια λόγω έλλειψης κατάλληλων δομών, ενώ αναλύοντας τις προτεραιότητες του Οργανισμού αναφέρθηκε στην ανάγκη για πρόληψη, ενίσχυση του ρόλου του προσωπικού γιατρού, περιορισμό των καταχρήσεων και επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού.
«Οι αλλαγές που εξετάζονται σίγουρα δεν αφορούν αλλαγή της φιλοσοφίας του ΓεΣΥ, αλλά την προσαρμογή του Συστήματος στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των ασθενών, των επαγγελματιών υγείας και της κοινωνίας», είπε χαρακτηριστικά η κ. Καμμίτση.
Κανένα σύστημα υγείας, τόνισε, «δεν παραμένει στατικό. Εξελίσσεται μαζί με τις ανάγκες του πληθυσμού, την ιατρική επιστήμη και την τεχνολογία».
Σχολιάζοντας τα αιτήματα ασθενών και γιατρών και αλλαγές σε περιορισμούς και κανόνες που εφαρμόζονται στο Σύστημα και σύμφωνα με τους ίδιους οδηγούν, είτε σε αχρείαστη κινητικότητα εντός ΓεΣΥ ή σε ταλαιπωρία, η κ. Καμμίτση εξήγησε ότι «σε κάθε πολυσύνθετο σύστημα υγείας, όπως το ΓεΣΥ, η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της απρόσκοπτης πρόσβασης των δικαιούχων, της κλινικής αυτονομίας των παροχέων και της ορθολογικής διαχείρισης πόρων, αποτελεί διαρκή πρόκληση».
Ο ΟΑΥ, συνέχισε, «λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις αναφορές και την ανατροφοδότηση των οργανωμένων ασθενών, των παροχέων και άλλων εμπλεκόμενων φορέων σχετικά με την εφαρμογή οριζόντιων περιορισμών».
Όπως είπε, «οι μηχανισμοί ελέγχου, οι δείκτες απόδοσης και τα ποιοτικά κριτήρια δεν αποσκοπούν στον περιορισμό του έργου των επαγγελματιών υγείας ούτε στη δημιουργία εμποδίων στην πορεία των ασθενών εντός του Συστήματος. Αναγνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η οριζόντια εφαρμογή ορισμένων μέτρων ή διαδικασιών ενδέχεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να δημιουργεί δυσκολίες στην καθημερινή πρακτική των παροχέων ή να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ασθενούς».
Για τον λόγο αυτό, «οι υφιστάμενοι μηχανισμοί επαναξιολογούνται, μέσα από την ανάλυση δεδομένων και τον διάλογο με τους επαγγελματίες υγείας και τους εκπροσώπους των ασθενών, ώστε, όπου εντοπίζονται δυσλειτουργίες, να γίνονται οι αναγκαίες βελτιώσεις και προσαρμογές».
«Κανένας μηχανισμός», είπε, «δεν θεωρείται στατικός ή δεδομένος. Όπου υπάρχει σαφής τεκμηρίωση από δεδομένα και αναλύσεις, ο Οργανισμός είναι έτοιμος να προχωρήσει σε αναθεώρηση, διαφοροποίηση ή και άρση συγκεκριμένων περιορισμών.
Τι αλλάζει στα νοσοκομεία και τι θα επαναξιολογηθεί
Σχολιάζοντας τις διαμαρτυρίες που καταγράφονται και αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των νοσοκομείων του ΓεΣΥ και τη μέθοδο των «μονάδων» που εφαρμόζει ο ΟΑΥ, ο οποίος, σύμφωνα με τους ασθενείς αλλά και τα νοσηλευτήρια επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, (σ.σ. τα νοσηλευτήρια έχουν κάθε μήνα στη διάθεση τους συγκεκριμένο αριθμό μονάδων που αντιστοιχεί σε ιατρικές πράξεις/επεμβάσεις.
Όταν ξεπεράσουν τον αριθμό αυτό η αποζημίωση τους μειώνεται), η κ. Καμμίτση ανέφερε ότι «βρίσκεται σε εξέλιξη ο καθορισμός προϋποθέσεων για τη διενέργεια πολύ εξειδικευμένων ιατρικών πράξεων, σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς».
«Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, προγραμματίζεται από τον Ιανουάριο του 2027 η επανακατανομή των μονάδων για εξειδικευμένες νοσηλείες, ώστε να διασφαλίζεται η ποιοτική και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών από κατάλληλα νοσηλευτήρια».
Επαναξιολόγηση για τους προσωπικούς γιατρούς
«Ο ΟΑΥ παρακολουθεί και αξιολογεί διαρκώς τις διαδικασίες που αφορούν τον ρόλο των προσωπικών γιατρών, περιλαμβανομένων της συνταγογράφησης φαρμάκων, των παραπομπών και της διενέργειας εξετάσεων. Όπου διαπιστώνεται ότι υφιστάμενες ρυθμίσεις μπορούν να απλοποιηθούν ή να προσαρμοστούν καλύτερα στις ανάγκες της κλινικής πρακτικής, ο Οργανισμός προχωρεί στις αναγκαίες βελτιώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη αρχίσει η αναθεώρηση των δεικτών απόδοσης και των ποιοτικών κριτηρίων των προσωπικών γιατρών, αξιοποιώντας και την ανατροφοδότηση των επιστημονικών τους εταιρειών».
Στόχος είναι «οι δείκτες να καταστούν πιο αντιπροσωπευτικοί, δίκαιοι και ουσιαστικά συνδεδεμένοι με την ποιότητα της φροντίδας, ιδιαίτερα ενόψει της μετάβασης στο μοντέλο αποζημίωσης 70%-30% (σ.σ. 70% της αποζημίωσης υπολογίζεται στη βάση του αριθμού των δικαιούχων του κάθε γιατρού και 30% στη βάση άλλων κριτήριων).
«Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι οι υφιστάμενοι δείκτες που αφορούν τα παραπεμπτικά δεν αποτελούν οριζόντιους περιορισμούς ούτε τιμωρητικά μέτρα. Αποτελούν μέρος του μοντέλου αμοιβής των Προσωπικών Ιατρών και αξιολογούν τη συνολική παραπεμπτική πρακτική, χωρίς να περιορίζουν τις ιατρικά αναγκαίες παραπομπές ή την κλινική κρίση του ιατρού.
Από τους 15 συνολικά δείκτες απόδοσης και ποιοτικά κριτήρια, μόνο τρεις αφορούν παραπεμπτικά: Τις παραπομπές σε Ειδικούς Ιατρούς, τις ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις και τις μονάδες εργαστηριακών εξετάσεων ανά επίσκεψη. Παράλληλα, ο ΟΑΥ εφαρμόζει Κλινικές Κατευθυντήριες Οδηγίες Παραπομπής, οι οποίες λειτουργούν ως επιστημονικά τεκμηριωμένο εργαλείο στήριξης των Προσωπικών Ιατρών και ενίσχυσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών».
Πρόβλημα η μακροχρόνια φροντίδα
«Ο ΟΑΥ αναγνωρίζει ότι η μακροχρόνια φροντίδα, η κατ’ οίκον ιατρική και ιδιαίτερα η κατ’ οίκον νοσηλευτική φροντίδα αποτελούν τομείς στους οποίους απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη, ιδιαίτερα λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης των χρόνιων παθήσεων».
Ο ΟΑΥ, είπε η γενική διευθύντρια του Οργανισμού, «αξιολογεί και εμπλουτίζει σε συνεχή βάση τις υπηρεσίες κατ’ οίκον νοσηλευτικής που παρέχονται μέσω του ΓεΣΥ».
Σε ό,τι αφορά τις κατ’ οίκον επισκέψεις γιατρών, «ο ΟΑΥ διαφοροποίησε τα σχετικά κίνητρα που παραχωρούνται στους γιατρούς και επέκτεινε τις ειδικότητες για τις οποίες παρέχεται αποζημίωση για κατ’ οίκον επισκέψεις».
Ωστόσο σημείωσε, «η μακροχρόνια φροντίδα υγείας αποτελεί ευρύτερο ζήτημα που απαιτεί συνολικό σχεδιασμό από την Πολιτεία. Παρότι οι υπηρεσίες αυτές δεν περιλαμβάνονται σήμερα στις παροχές του ΓεΣΥ, επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία του».
«Η έλλειψη κατάλληλων δομών έχει ως αποτέλεσμα ασθενείς που χρειάζονται συνεχή φροντίδα και όχι εξειδικευμένες υπηρεσίες ενδονοσοκομειακής φροντίδας ή ιδρυματικής αποκατάστασης, να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε νοσηλευτήρια ή/και κέντρα αποκατάστασης. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει τόσο την τους ασθενείς όσο και την ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Για τον λόγο αυτό, ο ΟΑΥ στηρίζει την ανάπτυξη ενός πιο ολοκληρωμένου πλαισίου μακροχρόνιας και κατ’ οίκον φροντίδας, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς».
Επόμενοι στόχοι
«Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενίσχυση της πρόληψης και της έγκαιρης διάγνωσης, της προσβασιμότητας, στη βελτίωση του συντονισμού της φροντίδας, και στην περαιτέρω ενδυνάμωση του ρόλου του προσωπικού γιατρού».
Παράλληλα, «ο ΟΑΥ θα συνεχίσει να βελτιώνει τους μηχανισμούς ελέγχου και περιορισμού των καταχρήσεων και στην ανάπτυξη μηχανισμών για την αξιολόγηση της απόδοσης του Συστήματος».
Προτεραιότητα αποτελεί, επίσης, «η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού και η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, τόσο για τη βελτίωση της εσωτερικής διακυβέρνησης όσο και για την παροχή πιο προσβάσιμων και φιλικών προς τον πολίτη υπηρεσιών».