Η πανδημία του νέου κορωνοϊού έφερε στο προσκήνιο την έννοια της συλλογικής ανοσίας («ανοσίας αγέλης»), τους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται, καθώς και ερωτήματα, όπως το πώς αποδεικνύεται η ανάκτηση ανοσίας από τον άνθρωπο και πώς αντιδρά το ανοσοποιητικό μας σύστημα απέναντι στον ιό και τις μεταλλάξεις του.

Μιλώντας στον «Φ» η κυτταρική ανοσολόγος δρ Αναστασία Διέτη, εξηγεί ότι το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα αποτελείται από μια πλειάδα μηχανισμών, οι οποίοι συντελούν στην προστασία του οργανισμού μας από ξένους εισβολείς. Σημειώνει ότι η συλλογική ανοσία σε ένα πληθυσμό μπορεί να επιτευχθεί είτε φυσικά, η οποία όμως αποτελεί παράγοντα αυξημένου ρίσκου, είτε με τη χρήση εστιασμένων εμβολιασμών.

Υπογραμμίζει ότι η ανοσολογική μνήμη είναι κάτι που παραμένει στον οργανισμό και επιτρέπει την περαιτέρω αναγνώριση, μετά από επανέκθεση του στο ίδιο παθογόνο, εξηγώντας ότι μπορεί τα επίπεδα των αντισωμάτων να πέφτουν, ωστόσο η κυτταρική ανοσία, μέσω των λεγόμενων Τ-κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, παραμένει. 

Κληθείσα ακόμη να σχολιάσει αν θα έπρεπε να γίνεται αποδεκτό από το υπουργείο Υγείας το τεστ αντισωμάτων, αναφέρει πως το αιματολογικό τεστ ανοσοσφαιρίνης IgG, συγκεκριμένης αντιγονικής ειδικότητας κατά της πρωτεϊνικής ακίδας του ιού SARS-CoV-2, αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ανάκτησης ανοσίας. Σημειώνει, εντούτοις, ότι πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένα αναγνωρισμένα πρότυπα και να είναι πιστοποιημένο από αυτά, έτσι ώστε να μπορεί να εκληφθεί ως έγκυρο.  

Τονίζει επίσης ότι είναι σημαντικό η υποψία νόσου να επιβεβαιώνεται από διαφορετικές διαγνωστικές μεθόδους, ιατροεξεταστικές αλλά και εργαστηριακές (pcr, τεστ αντισωμάτων), έτσι ώστε να επικυρώνεται η εγκυρότητα μιας διάγνωσης.

– Πώς ανακτάται από τον άνθρωπο η ανοσολογική μνήμη και πώς επιτυγχάνεται στον πληθυσμό η συλλογική ανοσία;

Το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα αποτελείται από μια πλειάδα μηχανισμών, που συντελούν στην προστασία του οργανισμού μας από ξένους εισβολείς. 

Η αρχική μελέτη της ανοσολογίας, μέχρι και πρόσφατα βασιζόταν κυρίως σε δύο ξεχωριστούς, αλλά αλληλένδετους κλάδους, τον έμφυτο και τον προσαρμοστικό. Η έμφυτη ανοσοαπόκριση θεωρείτο μέχρι τώρα η πρώτη γραμμή άμυνας κατά του κάθε εισβολέα χωρίς να χαρακτηρίζεται απο ειδικότητα προς το εισερχόμενο παθογόνο. Από την άλλη πλευρά, οι προσαρμοστικές ανοσολογικές αποκρίσεις συνδέονται ευρέως με την εξειδίκευση έναντι του κάθε εισβολέα και είναι σε θέση να διακρίνουν μορφολογικές διαφορές  στις οποίες προσαρμόζονται και στη συνέχεια είναι σε θέση να αναγνωρίσουν κάθε ένα από αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σε περίπτωση που χρειαστεί να ξαναντιμετωπίσουν το ίδιο παθογόνο. Συνοπτικά, αυτή είναι μια απλοποιημένη περιγραφή των ανοσοαποκρίσεων κατά των εισερχόμενων παθογόνων σε ένα μέσο ανοσοποιητικό σύστημα, με τη διαφορά στο ότι πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν πως και οι έμφυτες ανοσοαποκρίσεις χαρακτηρίζονται από μια μορφή εξειδίκευσης, την οποία αποκτούν μέσω έμφυτης κυτταρικής εκπαίδευσης (Netea et al., 2020; Beltz G. T. et al., 2020)

Η συλλογική ανοσία (αλλιώς ανοσία αγέλης) σε ένα πληθυσμό μπορεί να επιτευχθεί είτε φυσικά, το οποίο όμως αποτελεί παράγοντα αυξημένου ρίσκου, είτε με την χρήση εστιασμένων εμβολιασμών. Με αυτό το τρόπο καταφέρνει κανείς να προστατεύσει ομάδες ανθρώπων από το να επηρεαστούν από μια μεταδοτική νόσο.

– Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι ποσοστό του πληθυσμού χρειάζεται να αναπτύξει ανοσία για να επιτευχθεί η συλλογική ανοσία;

Τα απαιτούμενα όρια για τη συλλογική ανοσία, είτε για την εξάλειψη, είτε τον έλεγχο διάφορων μεταδοτικών ασθενειών δεν είναι τα ίδια. Επίκαιρες έρευνες  προσπάθησαν να εκτιμήσουν το ποσοστό του πληθυσμού, που χρειάζεται να αναπτύξει ανοσία, έτσι ώστε να σταματήσει η εξάπλωση της πανδημίας COVID-19 σε χώρες που έχουν πληγεί από αυτή. Το ποσοστό αυτό έχει καθοριστεί μεταξύ 50% και 85% σε χώρες με υψηλό ιογενή επιπολασμό, δηλαδή υψηλή εξάπλωση (Kwok et al., 2020).

– Ξένοι λοιμωξιολόγοι και ειδικοί εμβολίων έχουν αμφισβητήσει την ανάγκη για ενισχυτικές δόσεις του εμβολίου για τον Sars –Cov 2, υποστηρίζοντας ότι, μπορεί τα επίπεδα των αντισωμάτων να πέφτουν, ωστόσο η κυτταρική ανοσία, μέσω των λεγόμενων Τ-κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, πιθανώς παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα. Πώς το σχολιάζετε;

Δεν είμαι λοιμωξιολόγος, ούτε δηλώνω ειδικός περί εμβολίων. Σαν κυτταρικός ανοσολόγος όμως, με γνώση στην κυτταρική ανοσολογία και με αναφορά σε μελέτες που επικεντρώνονται στη σημαντικότητα της Τ-κυτταρικής ανοσίας ήταν και είναι ξεκάθαρο πως οι προσαρμοστικές ανοσοαποκρίσεις έχουν ως βάση των λειτουργιών τους την ενεργό συμβολή των Τ λεμφοκυττάρων και πιο συγκεκριμένα αυτών που εκφράζουν τον υποδοχέα CD4+ πάνω στην κυτταρική τους μεμβράνη. 

Σε επιστημονικές δημοσιεύσεις, όπως αυτές των Sekine et al., (2020) Long et al., (2020) Mallapaty et al., (2020) γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην ανίχνευση SARS-CoV-2-ειδικών πολυλειτουργικών Τ λεμφοκυττάρων στο αίμα ασθενών που είχαν αναρρώσει από την ασθένεια COVID-19, χωρίς καμία ύπαρξη ειδικών αντισωμάτων κατά του ιού. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει την αποτελεσματική προστασία μέσω μιας ευρείας Τ-κυτταρικής ανοσοαπόκρισης (Candia et al, 2020). 

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να σημειωθεί ο στρατηγικός ρόλος των Τ λεμφοκυττάρων προς την ανάκτηση ανοσολογικής μνήμης. Τα CD4+ T βοηθητικά λεμφοκύτταρα, τα οποία αποτελούν μέρος του κυτταρικού ιστού των λεμφαδένων, αλλά και παράγοντα πυροδότησης της χημικής και κυτταρικής ανοσίας, είναι υπεύθυνα για την ενεργοποίηση ειδικών Β λεμφοκυττάρων σε πλασματικά Β κύτταρα υπεύθυνα για την παραγωγή ειδικών αντισωμάτων, όπως και την ενεργοποίηση της κυτταροτοξικής δράσης των CD8+ Τ λεμφοκυττάρων και των φυσικών δολοφόνων Τ (Natural Killer T Cells) υπεύθυνα για την καταστροφή μολυσμένων κυττάρων. 

Επίσης είναι σημαντικό να αναφερθεί πως προϋπάρχοντα Τ κύτταρα, επονομαζόμενα ως cross-reactive, δηλαδή παρόλο που δεν είναι ειδικά για τον ιό SARS-CoV-2,  έχουν την ικανότητα εκκαθάρισης του συγκεκριμένου ιού, οδηγώντας σε βελτιωμένα κλινικά αποτελέσματα μετά από μόλυνση. Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο ενδιαφέρον για την πιθανότητα διασταυρούμενης αντιδραστικότητας Τ κυττάρων μεταξύ των εποχιακών κορωνοϊών που προκαλούν απλά κρυολογήματα, και του SARS-CoV-2 (Auladell et al., 2019; Sette et al., 2020, Meckiff et al., 2020; Bert et al., 2020), το οποίο αποτελεί θέμα που βρίσκεται είδη υπό διερεύνηση και φαίνεται να περιλαμβάνει τη δράση των CD4+ Τ κυττάρων (DiPiazza et al., 2021).

Η ανοσολογική μνήμη παραμένει στον οργανισμό 

-Η ανάπτυξη φυσικής ή τεχνητής ανοσίας είναι ή όχι μόνιμη; Kαι κατά πόσον είναι επαρκής για αντιμετώπιση μεταλλάξεων του ιού; 

– Οι ανοσοαποκρίσεις προς τον κάθε εισερχόμενο εισβολέα είναι συγκεκριμένες τόσο μέσω έμφυτων όσο και προσαρμοστικών αποκρίσεων, όπως αναγράφεται στην τρέχουσα βιβλιογραφία περί ανοσολογίας. Η ανοσολογική ειδικότητα, ή αλλιώς ανοσολογική μνήμη, είναι κάτι που παραμένει στον οργανισμό και επιτρέπει την περαιτέρω αναγνώριση μετά από επανέκθεση του στο ίδιο παθογόνο. 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ανοσολογική μνήμη, όπως και τα περισσότερα παθογόνα, υφίσταται μηχανισμούς υπερ-μεταλλάξεων, που οδηγούν σε ανοσοκύτταρα (Β και Τ κύτταρα), οι οποίοι μέσω αυτών των μεταλλάξεων προσαρμόζουν τους ειδικούς υποδοχείς τους, έτσι ώστε να τελειοποιήσουν την εξειδίκευσή τους έναντι του μεταλλαγμένου εισερχόμενου παθογόνου και να αυξήσουν τα επίπεδα δεσμευτικότητας και εξουδετέρωσης του παθογόνου. Αυτές οι υπερμεταλλάξεις αποτελούν πλέον μέρος της προϋπάρχουσας ανοσολογικής μνήμης στον ανθρώπινο οργανισμό και ο μηχανισμός αυτός επαναλαμβάνεται κάθε φορά επανέκθεσης σε παθογονικούς οργανισμούς. 

Η μάχη μεταξύ του ανοσοποιητικού συστήματος και των εισερχόμενων παθογόνων ήταν, είναι και θα παραμείνει μια μακρά διαδικασία, της οποίας σκοπός της είναι να οδηγεί στην εξέλιξη και των δύο. 

-Με το τεστ αντισωμάτων τι ακριβώς εξετάζουμε; Είναι δυνατόν κάποιος άνθρωπος να μην διαγνωστεί θετικός σε εξέταση ανίχνευσης κορωνοϊού, ενώ είχε συμπτώματα και να διαπιστωθεί με το τεστ αντισωμάτων ότι έχει αναπτύξει αντισώματα της ασθένειας;

Με το τεστ αντισωμάτων εξετάζουμε τα επίπεδα συγκεκριμένων ανοσφαιρίνων ή αλλιώς αντισωμάτων, όπως IgM, IgA, IgG, που αποτελούν διαφορετικούς τύπους αντισωμάτων, των οποίων τα επίπεδα διαφέρουν ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα μιας μόλυνσης και την περιοχή ανίχνευσης τους. Τα αντισώματα αυτά είναι ειδικά κατά της συγκεκριμένης πρωτεϊνικής δομής, γνωστής ως ακίδα, η οποία εκφράζεται πάνω στην επιφάνεια του ιού SARS-CoV-2. 

Αυξημένα επίπεδα ανοσοσφαιρίνης Μ (IgM) υποδεικνύουν ενεργό νόσο, μια και αυτή η ανοσοσφαιρίνη είναι η πρώτη που παράγεται και εκκρίνεται από ενεργοποιημένα Β κύτταρα, πριν αυτά διαφοροποιηθούν σε πλασματικά Β κύτταρα, υπεύθυνα για τη μετέπειτα μαζική παραγωγή ειδικών τύπων αντισωμάτων όπως IgA (για προστασία του πνευμονικού και εντερικού επιθυλίου) και IgG (για προστασία στο αίμα). Τα επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης Μ υφίστανται πτώση 4-6 εβδομάδες μετά από την έναρξη συμπτωμάτων (Zhang et al., 2020). Το ευρέως σε χρήση τεστ αντισωμάτων, που παρέχεται από κλινικά εργαστήρια, περιλαμβάνει την ανίχνευση των επιπέδων της ανοσοσφαιρίνης IgG στο αίμα. Αυτό ο τύπος ανοσοσφαιρίνης παραμένει ανιχνεύσιμος στο αίμα πάνω από 194 μέρες. Μια Θετική ένδειξη IgG υποδηλώνει μόλυνση πριν από κάποιους μήνες, χωρίς το άτομο αυτό να φέρει στο αίμα του φορτίο ιού πλέον.   

Είναι σημαντικό η υποψία νόσου να επιβεβαιώνεται από διαφορετικές διαγνωστικές μεθόδους, ιατροεξεταστικές αλλά και εργαστηριακές, έτσι ώστε να επικυρώνεται η εγκυρότητα μιας διάγνωσης (Drame et al., 2020). 

– Θεωρείτε ότι θα έπρεπε να γίνεται αποδεκτό από τους αρμόδιους φορείς το test αντισωμάτων;  Πώς σχολιάζετε τη μη αποδοχή του πιστοποιητικού εξέτασης αντισωμάτων από το υπουργείο Υγείας;

Το αιματολογικό τεστ ανοσοσφαιρίνης IgG, συγκεκριμένης αντιγονικής ειδικότητας κατά της πρωτεϊνικής ακίδας του ιού SARS-CoV-2 αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ανάκτησης ανοσίας. Σε μια πρόσφατη τους δημοσίευση στο ερευνητικό περιοδικό J Immunological Methods (Mazzini L. et al., 2020) γίνεται αναφορά σε συγκριτικές αναλύσεις δεσμευτικότητας των ανοσοσφαιρινών SARS-CoV-2 IgG, IgA και IgM ως εξουδετερωτικά αντισώματα, σε δείγματα από ανθρώπινο ορό. Στη μελέτη αυτή διαπιστώνεται το αυτονόητο για τους γνώστες της ανοσολογίας πως οι ισότυποι της ανοσοσφαιρίνης  IgG1 και IgG3 είναι αυτοί που έχουν ισχυρότερες δεσμευτικές και εξουδετερωτικές ικανότητες, σε σχέση με όλες τις άλλες μορφές, όπως IgG2 και IgG4 (Amanat et al., ; Seow et al., 2020). 

Όπως αναφέρουν και οι Baumgarth et al., (2020), στη δημοσίευση τους, στο επιστημονικό περιοδικό «The Journal of Immunology», οργανισμοί δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) έχουν κάνει προβληματικές δηλώσεις «εν απουσία αποδεικτικών στοιχείων» σχετικά με μάσκες προσώπου, μη επίτευξης και ύπαρξης ανοσολογικής μνήμης μετά την μόλυνση και την αποτελεσματικότητα της. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία και τις πολύχρονες έρευνες τουλάχιστον στον τομέα της κυτταρικής ανοσολογίας, μια δήλωση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όπως, «Είναι απίθανο οι ασθενείς που έχουν πάθει μετά από μόλυνση COVID-19 και έχουν αναπτύξει αντισώματα να μπορούν να μολυνθούν ξανά», θα είχε μεταδώσει ένα μήνυμα βεβαιότητας παρά υστερίας και θα συμβάδιζε απόλυτα με όλα τα επιστημονικά στοιχεία που μαζεύτηκαν και μαζεύονται ανά τα χρόνια.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της προσαρμοστικής ανοσίας είναι η δημιουργία ανοσολογικής μνήμης και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω αντισωμάτων, που παράγονται από τα Β πλασματικά κύτταρα και προσαρμοσμένων ανοσοαποκρίσεων Τ κυττάρων. Βέβαια για μια εξέταση επαλήθευσης υπάρχουσας ανοσολογικής μνήμης, πρέπει κανείς να λάβει υπόψιν τα ακόλουθα σημαντικά σημεία, έτσι ώστε να είναι καταρχάς έγκυρη, αλλά και αξιόπιστη. 

Τα τεστ, τα οποία διενεργούνται, πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένα αναγνωρισμένα πρότυπα και να είναι πιστοποιημένα από αυτά, έτσι ώστε να μπορούν να εκληφθούν ως έγκυρα.  Δυστυχώς, η διάκριση έχει χαθεί μεταξύ αυτών των ελαττωματικών προσδιορισμών μονόπλευρης φροντίδας και αξιόπιστων τυπικών τεστ ανιχνεύσεως ELISA, μερικά εκ των οποίων δίνουν εξαιρετικά καλά αποτελέσματα και συσχετίζονται ομοιόμορφα με τα επίπεδα  εξουδετέρωσης ιών. Πρέπει να σημειωθεί πως στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων έχει αναιρέσει και αποτραβήξει πολλά από αυτά τα προϊόντα στην προσπάθεια της να επανορθώσει.

ΔΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΕΤΗ

H δρ Αναστασία Διέτη είναι κυτταρικός ανοσολόγος με ειδικότητα σε μηχανισμούς άνοσορυθμισης  αυτοάνοσων ασθενειών. Κατέχει BSc Immunology και PhD Immunology από το King’s College London. Από 2013-2015 συνέβαλε στη δημιουργία του μεταπτυχιακού προγράμματος MSc Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και ανέλαβε την διδασκαλία του σε επαγγελματίες κλινικών εργαστηρίων ανά το παγκύπριο. Από το 2018-2020 διετέλεσε χρέη part time Καθηγήτριας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου δίδαξε το μάθημα βασικής ανοσολογίας σε φοιτητές Φαρμακευτικής. Τώρα δρα ως σύμβουλος υγείας σε ιδιωτική εταιρεία, αλλά παράλληλα διατηρεί ερευνητική συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου για τη μελέτη ανοσορυθμιστικών μηχανισμών προς θεραπεία αυτοάνοσων παθήσεων.