Ο Αντ. Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά, όπως υπογράφει, θυμάται το παράδειγμα της μητέρας του.
Η πίστη ενός ανθρώπου στα θεία δεν είναι κάτι που κρύβεται. Είναι φανερή, αλλά μόνο αν είναι άδολη, αγνή και όχι υποκριτική για τα μάτια του κόσμου αξίζει αναγνώρισης. Και δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να αποκρύψει κάποιος…
Τη μακαριστή μητέρα μου, Έλλη Χατζηαντώνη, θα την κρατώ στη μνήμη, στις σκέψεις μου -εκτός από τις άλλες αρετές της- κυρίως για την πίστη της στον Θεό. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι είχε πρόβλημα με το ένα της πόδι, κάτι που νομίζω είχε προκληθεί από τη βρεφική της ηλικία, όταν η μαία της τότε εποχής, όχι σκόπιμα φυσικά, προκάλεσε κάποιου είδους μόνιμη εξάρθρωση, κάτι που σημάδεψε τη μητέρα μου με μια μικρή δυσκολία στο βάδισμα. Και κυρίως στο ανέβασμα σκάλας.
Τη δεκαετία του 1960, θυμάμαι, είχαμε πάει να προσκυνήσουμε, μετά από απαίτησή της, τον Άγιο Φανούριο, το παρεκκλήσι του οποίου βρίσκεται σε απόκρημνη περιοχή δυτικά της Κερύνειας, παρά το χωριό Άγιος Γεώργιος, που δυστυχώς οι απαίσιοι κατακτητές το μετονόμασαν σε Karaoglanoglou!
Αφού λοιπόν φτάσαμε εκεί, και εμείς οι νεότεροι δεν είχαμε και τόσο μεγάλη επιθυμία να κατέβουμε προς το εκκλησάκι, η μάνα μας, για να μας δώσει το παράδειγμα -και παρά τη χωλότητα (εκ του χωλαίνω, δηλ. κουτσαίνω) στο πόδι της- άρχισε πολύ αργά, προσεκτικά, να κατέρχεται από το στενό, δύσβατο μονοπατάκι που οδηγούσε στο εικόνισμα του αγίου!
«Ωωω, κοίταξε ρε, πίστη και επιμονή που έχει η μάνα μας…», παρατήρησε μια εκ των μεγαλύτερων από μένα αδελφών μου.«Ε, τι στέκεστε; Ακολουθήστε την!”, φώναξε από μακριά ο ιατρός πατέρας μου, που είχε προσέξει τη σκηνή.
Και ακολουθήσαμε και τα τρία παιδιά της. Η μανούλα, αφού άναψε το καντηλάκι, άρχισε να ανεβαίνει, στηριζόμενη και στα βράχια, αργά και σταθερά, λόγω της δυσκολίας που αντιμετώπιζε με το πόδι της. Αλλά με μια λάμψη ικανοποίησης στο πρόσωπο… «Λάμπεις από χαρά Έλλη μου. Εκατάφερές τα μια χαρά!», παρατήρησε χαμογελαστός ο πατέρας μου, που του άρεσε να την πειράζει…
«Η χάρη του αγίου Φανουρίου, δοξάζω τ’όνομά του… Αυτή μου έδωκεν δύναμην, Μανώλη μου, να κατεβώ τζιει κάτω!».Συμπληρώνοντας με νόημα, αλλά και με κάποιο παράπονο: «Κάποιοι νομίζουν πως μόνο τα υλικά αγαθά ή ο ππαράς έχουν αξίαν σε τούτην την προσωρινή ζωήν!».
Αυτή ήταν η πίστη της μητέρας μας. Ταπεινή, όχι επιτηδευμένη, άξια θαυμασμού. Δεν κληρονομήσαμε όλα της τα παιδιά της αυτό το μεγαλείο που λέγεται «πίστη». Εννοώ, όχι σε τέτοιο βαθμό. Απλώς, εγώ τουλάχιστον, ειδικά τώρα που μπήκα στα 59 προς 60, θυμάμαι πολύ συχνά κάτι που συνήθιζε να λέγει σχολιάζοντας την αδιαφορία των νεότερων για την Εκκλησία : «Άμαν γεράσουμεν αθθυμούμαστιν τον Θεόν…».