Σοβαρές ανησυχίες σε σχέση με την πορεία των αστυνομικών ερευνών για τις συνθήκες υπό τις οποίες απεβίωσε στις Κεντρικές Φυλακές (8/11/2022) 36χρονος Ελληνοκύπριος, εκφράζουν οι οικείοι του. Αυτό προκύπτει από επίσημες επιστολές που έχουν αποσταλεί εκ μέρους της οικογένειας σε όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας.

Οι αμφιβολίες τους εκπηγάζουν από τις τελευταίες εξελίξεις στο σωφρονιστικό ίδρυμα και τη σύγκρουση θεσμών που προέκυψε. Όπως είναι γνωστό, η Αστυνομία στο κατηγορητήριο για τη δολοφονία του 41χρονου Τουρκοκύπριου Τανσού Τσιντάν, περιλαμβάνει αδικήματα κατοχής, προμήθειας και χρήσης ναρκωτικών από κρατούμενους στις Φυλακές. Με αφορμή αυτή την εξέλιξη οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας εξέδωσαν ανακοίνωση, που προκάλεσε την αντίδραση της διεύθυνσης του Τμήματος Φυλακών.

Είναι ενδεικτικά τα όσα υποστηρίζουν οι συγγενείς του εκλιπόντα σε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα, Γιώργο Σαββίδη. Στην επιστολή που φέρει ημερομηνία 1/12/2022 και την ένδειξη «ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ», ο Δημήτρης Απαισιώτης, δικηγόρος των οικείων του 36χρονου, καλεί τον κ. Σαββίδη όπως συμβάλει «προς την κατεύθυνση άμεσης διενέργειας εξετάσεων και ερευνών από μέρους της Αστυνομίας». Και προστίθεται: «Συμμερίζομαι τις ανησυχίες της οικογένειας, ειδικότερα με τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας περί “κόντρας” μεταξύ της Αστυνομίας και της διοίκησης των Κεντρικών Φυλακών και ότι συνεπεία αυτής της κατάστασης, δεν υπάρχει εκείνη η συνεργασία και συνεννόηση».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Προβάλλεται η θέση πως η διερεύνηση της υπόθεσης δεν έχει προχωρήσει με ικανοποιητικούς ρυθμούς και ότι από τις 8 Νοεμβρίου οπότε βρέθηκε νεκρός στο κελί του ο 36χρονος μέχρι σήμερα, δεν ενημερώθηκε η οικογένεια για τις μέχρι τώρα ενέργειες. Κι αυτό παρά τα διαβήματα που έγιναν γραπτώς προς όλους τους εμπλεκόμενους.

Στην επιστολή αιτιολογείται και γιατί οι οικείοι του θανόντα έχουν ερωτηματικά για τον χαμό του δικού τους ανθρώπου. Αφού πρώτα σημειώνεται πως ο ιδιώτης ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης ήταν παρατηρητής στη νεκροτομή εκ μέρους της οικογένειας, προστίθεται ότι γνωμοδότησε ότι «εκ πρώτης όψεως, υπάρχουν αμφιβολίες κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια ανάνηψης στον αποβιώσαντα».

Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι «εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μέχρι και σήμερα η Αστυνομία δεν παρέλαβε το οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό από τις κάμερες στην πτέρυγα 10 Α. Ούτε και έχουν ληφθεί μέχρι και σήμερα καταθέσεις από συγκρατούμενους του αποβιώσαντα».

Επιπλέον, ο κ. Απαισιώτης εξηγεί γιατί η οικογένεια θεωρεί ότι ο θάνατος του 36χρονου χρήζει διερεύνησης. «Το σκεπτικό της οικογένειας το οποίο συμμερίζομαι είναι το ακόλουθο» προσθέτει και σημειώνει μεταξύ άλλων στην επιστολή: «Ο αποβιώσας υπήρξε χρήσης ναρκωτικών και ακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης. Μπήκε στη θεραπευτική κοινότητα της Αγίας Σκέπης (κλειστό πρόγραμμα) και ακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης. Αποχώρησε μετά από πάροδο τεσσάρων μηνών σε μια στιγμή αδυναμίας του, αλλά τη μεθεπόμενη ημέρα εντάχθηκε σε ανοικτό πρόγραμμα . Τον τελευταίο χρόνο υποβαλλόταν εβδομαδιαίως σε αναλύσεις ούρων και αίματος και σε όλες ανελλιπώς τα αποτελέσματα έδειχναν ότι ήταν καθαρός, μέχρι και την τελευταία εξέτασή του μια εβδομάδα πριν την 26η Οκτωβρίου 2022, οπότε συνελήφθηκε από την Αστυνομία καθότι παραβίασε όρους του δικαστηρίου. Στη συνέχεια κρατήθηκε αρχικά στα κρατητήρια Λακατάμιας και σε κάποια στιγμή μεταφέρθηκε στην πτέρυγα 10 Α των Κεντρικών Φυλακών, μέχρι την ημερομηνία θανάτου του. Η εξωτερική του εμφάνιση διαφοροποιήθηκε, αποκτώντας βάρος, δεν είχε καμία συναναστροφή με παλιές γνωριμίες. Σε καμία τηλεφωνική του επικοινωνία ή/και επίσκεψη, είτε με τους οικείους είτε με τον δικηγόρο του δεν εξέφρασε φόβους ή απειλές για τη ζωή του ή πρόθεση αυτοχειρίας».

Από πλευράς Αστυνομίας εκφράστηκε η θέση στον «Φ» πως γίνονται όλες οι απαραίτητες ενέργειες για να πέσει φως στα αίτια του θανάτου του 36χρονου. Μας αναφέρθηκε μάλιστα πως προχθές υπήρξε σχετική επικοινωνία ανακριτή με συγγενικό πρόσωπο του θανόντα. Εξάλλου, αστυνομικές πηγές αναφέρουν ότι κατά τη νεκροτομή στη σορό του 36χρονου λήφθηκαν δείγματα και για ιστοπαθολογικές εξετάσεις. Κάτι το οποίο δείχνει ότι υπήρχαν ευρήματα στη νεκροτομή, τα οποία χρήζουν περαιτέρω επιστημονικής διερεύνησης.