Στο κενό έπεσε η προσπάθεια του εν αργία Δημάρχου Πάφου, Φαίδωνα Φαίδωνος, να επανέλθει στα καθήκοντά του.
Χθες το Διοικητικό Εφετείο (Α. Ευσταθίου-Νικολετοπούλου, Γ. Σεραφείμ και Δ. Λυσάνδρου) απέρριψε και τους τρεις λόγους έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επεδίκασε, μάλιστα, €3.000 έξοδα σε βάρος του.
Ο κ. Φαίδωνος τέθηκε σε αργία στις 4 Φεβρουαρίου 2026, μετά από απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών που εδραζόταν στην σε βάρος ποινική έρευνα του αξιωματούχου για το κακούργημα του βιασμού. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα του κράτους και τέθηκε σε εφαρμογή με τον εν αργία δήμαρχο να λαμβάνει το 1/3 της αντιμισθίας του.
Μετά από προσφυγή του κ. Φαίδωνος για αναστολή της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης εκδόθηκε απόφαση από το Διοικητικό Δικαστήριο στις 11 Φεβρουαρίου.
Είχε κρίνει νόμιμη την απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών να θέσει σε αργία τον Φαίδωνα Φαίδωνος. Στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφερόταν ότι ο κ. Φαίδωνος διερευνάται από την Αστυνομία για υπόθεση που αφορά ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα, το οποίο, σε περίπτωση καταδίκης, μπορεί να επισύρει ποινή φυλάκισης διά βίου και γι’ αυτό κρινόταν νόμιμη η πράξη του Υπουργού Εσωτερικών να τον θέσει σε αργία.
Στη απόφαση του έκτασης 48 σελίδων που δημοσιεύτηκε χθες, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζοντας τους τρεις λόγους εφέσεως του εν αργία δημάρχου, επικαλέστηκε νομολογία και συγγράματα καταλήγοντας πως «ουδείς εκ των λόγων Έφεσης κρίνεται βάσιμος».
Χαρακτηριστικό των θέσεων του κ. Φαίδωνος στο πλαίσιο της Έφεσης είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη δικαστική ετυμηγορία: «(…)ο Εφεσείων επικαλέστηκε (…) ότι η μη αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης, οδηγεί σε καθημερινή παγίωση των δυσμενών συνεπειών εις βάρος του προσωπικά, επαγγελματικά και ως πολιτικού προσώπου, ισχυρίστηκε πολιτικό και επαγγελματικό του παροπλισμό για αόριστο χρονικό διάστημα και μη επανορθώσιμη απώλεια του κύρους του. Επικαλέστηκε, επίσης μη αποκαταστήσιμη ζημία από την αποστέρηση, λόγω της επίδικης απόφασης όπως τεθεί σε αργία, μη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού του προγράμματος και εκπροσώπησης των δημοτών του, ανεπανόρθωτη βλάβη της δημόσιας εικόνας, φήμης και υπόληψης του, πτώση της δημοτικότητας του, ανεξίτηλο στιγματισμό του και, εν γένει, διατήρηση της εντύπωσης ενοχής του. Κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω δεν στοιχειοθετούν ανεπανόρθωτη ζημία, ως αυτή ορίζεται από τη νομολογία (βλ. Απόφαση Αρ. 118/2010 της ΕΑ, ανωτέρω), αλλά συνιστούν ηπιότερες μορφές ηθικής βλάβης (προσβολή επαγγελματικής φήμης ή πρόκληση αισθημάτων μειώσεως έναντι τρίτων, βλ. σύγγραμμα Γκέφτσου, Τούγκα, ανωτέρω), οι οποίες, εκ πρώτοις, είναι σε περίπτωση επιτυχίας της Προσφυγής επανορθώσιμες».
Υπενθυμίζεται ότι στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης σε βάρος του κ. Φαίδωνος περιλαμβάνονται τέσσερις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα: (1) του βιασμού, (2) της άσεμνης επίθεσης, (3) της περιαγωγής σε κατάσταση νάρκωσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και (4) της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη.
Η υπόθεση καταγγελλόμενου βιασμού διερευνήθηκε από ειδική ανακριτική ομάδα που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό. Σύμφωνα με την καταγγελία, το κακούργημα διαπράχθηκε πριν από 12 χρόνια, δηλαδή το 2014.
Υπενθυμίζεται ότι οι ανακριτές, οι οποίοι έδρασαν υπό καθεστώς μυστικότητας, φέρονται να έλαβαν πέραν των 20 καταθέσεων για την υπόθεση. Ανάμεσά τους, όπως είχε γραφτεί, περιλαμβάνονται και άτομα που κατά τον επίδικο χρόνο κατείχαν θέσεις στο δημόσιο.