Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε, χθες, το διάταγμα που εξέδωσε κατώτατο Δικαστήριο και υποχρέωνε ύποπτο τότε για μεγάλη υπόθεση ναρκωτικών να δώσει δείγμα σάλιου για DNA και αποτυπωμάτων.
Πρόκειται για υπόθεση που ερευνήθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο – Μάρτιο μετά τον εντοπισμό από την ΥΚΑΝ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στη Λευκωσία.
Στο πλαίσιο αυτό συνελήφθη ως ύποπτος και ο αιτητής, ο οποίος είχε αρνηθεί να δώσει δείγμα γενετικού υλικού με αποτέλεσμα να ζητηθεί και να εξασφαλιστεί διάταγμα ημ. 6/3/2026 που τον υποχρέωνε να δώσει DNA.
Ο αιτητής – κατηγορούμενος, είχε εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια με αίτηση μέσω των δικηγόρων του Νίκου Ζένιου και Μιχάλη Καζάκου για Αντρέας Χρίστου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, επειδή το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το προσβαλλόμενο διάταγμα καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας, με μηχανιστικό τρόπο χωρίς την αναγκαία δικαστική διεργασία ώστε το ίδιο να εξαγάγει το δικό του δικαστικό συμπέρασμα και να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα έκδοσης αυτού.
Σύμφωνα με την δικαστή Ε. Εφραίμ, «Δικαστής που επιλαμβάνεται οποιοσδήποτε αίτησης για την έκδοση εντάλματος σύλληψης ή έρευνας, οφείλει να ικανοποιηθεί από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι συντρέχουν όλοι οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του εντάλματος. Η γνώμη του ενόρκως δηλούντος αστυνομικού δεν είναι αρκετή και ότι ο Δικαστής θα πρέπει να προβεί στη δική του νοητική διεργασία και εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου εντάλματος».
Στην υπό κρίση περίπτωση, αναφέρεται στην απόφαση, το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα λέγοντας ότι ανέγνωσε την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας και άκουσε όλα όσα ελέχθησαν από ή εκ μέρους της.
Διαφαίνεται ότι η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν ο όρκος που συνόδευε την αίτηση και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπρόσθετη προφορική μαρτυρία ή διευκρίνιση από πλευράς της Αστυνομίας προς υποστήριξη της αίτησης, πριν την έκδοση του διατάγματος.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, σημειώνει το Ανώτατο, «είναι πρόδηλο πως το κατώτερο Δικαστήριο δεν ανέφερε ρητώς είτε ότι ικανοποιήθηκε για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είτε ότι η έκδοση του κρίθηκε δικαιολογημένη».
Καταληκτικά σημείωσε πως «το κατώτερο Δικαστήριο διάβασε τον όρκο, πλην όμως προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος χωρίς να καταγραφεί με οποιονδήποτε τρόπο η δική του δικανική κρίση». Εξ ου και ακύρωσε το διάταγμα.