Σε μια απόφαση με σημαντικές προεκτάσεις για τα όρια των αστυνομικών εξουσιών και την ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα για υποχρεωτική λήψη DNA, αποτυπωμάτων και φωτογραφιών από ύποπτο για εμπρησμό, κρίνοντας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί το μέτρο ήταν αναγκαίο και αναλογικό, αλλά λειτούργησε ουσιαστικά ως «σφραγίδα» των αιτημάτων της Αστυνομίας.

Η υπόθεση αφορούσε άνδρα από τη Λευκωσία, ο οποίος συνελήφθη στις 20 Φεβρουαρίου 2026 ως ύποπτος για εμπρησμό και αρνήθηκε να συναινέσει στη λήψη βιομετρικών δεδομένων και φωτογραφιών. Η Αστυνομία αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο στις 24 Φεβρουαρίου εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε την υποχρεωτική λήψη των στοιχείων αυτών, δυνάμει του άρθρου 25 των περί Αστυνομίας Νόμων.

Ο αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του διατάγματος, υποστηρίζοντας ότι το κατώτερο δικαστήριο ενήργησε μηχανιστικά, χωρίς να προβεί στη δική του δικαστική αξιολόγηση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του μέτρου.

Στην απόφαση του, ο δικαστής Χ. Μαλαχτός επεσήμανε ότι, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και κυπριακό δίκαιο, η καταναγκαστική συλλογή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο όταν είναι «απολύτως αναγκαία» και αφού το δικαστήριο εξετάσει συγκεκριμένα στοιχεία, όπως η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος, οι περιστάσεις της υπόθεσης, η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας και το κατά πόσο το μέτρο είναι αναλογικό.

Το Ανώτατο σημείωσε ότι, παρότι το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου μπορούσε αντικειμενικά να δικαιολογήσει την έκδοση του διατάγματος, στο ίδιο το διάταγμα δεν υπήρχε οποιαδήποτε καταγραφή ότι ο δικαστής είχε πράγματι ικανοποιηθεί πως η λήψη των στοιχείων ήταν αναγκαία και αναλογική.

Συγκεκριμένα, το επίδικο διάταγμα περιοριζόταν στη φράση ότι ο δικαστής «ανέγνωσε την αίτηση και την ένορκη ομολογία» και στη συνέχεια «διατάσσει» τη λήψη των επιχρισμάτων, αποτυπωμάτων και φωτογραφιών.

Το Ανώτατο ανέφερε ότι η απουσία ρητής δικαστικής κρίσης δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το αν το κατώτερο δικαστήριο άσκησε τη δική του ανεξάρτητη αξιολόγηση ή αν λειτούργησε ως «rubber stamp» των θέσεων της Αστυνομίας. Παρέπεμψε μάλιστα σε προηγούμενη νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής οφείλει να αιτιολογεί ότι έχει ο ίδιος ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα ενός τέτοιου μέτρου, ιδιαίτερα όταν αυτό επηρεάζει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι μόνο εφόσον διαμορφώνεται τέτοια κρίση, το κατώτερο δικαστήριο αποκτά εξουσία να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Διαφορετικά, η έκδοση του θεωρείται ότι έγινε καθ’ υπέρβαση εξουσίας.

Ως αποτέλεσμα, το Ανώτατο έκανε δεκτή την αίτηση και εξέδωσε προνομιακό ένταλμα Certiorari, ακυρώνοντας το διάταγμα της 24ης Φεβρουαρίου 2026. Παράλληλα επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον της Δημοκρατίας.