Μπροστά σε συχνές αποκοπές παραγωγής βρέθηκαν το τελευταίο 30ήμερο οι ιδιοκτήτες οικιακών φωτοβολταϊκών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΑΗΚ που συγκέντρωσε ο «Φ» και καλύπτουν την περίοδο από τις 4 Απριλίου μέχρι και τις 4 Μαΐου 2026.

Βάσει των τελευταίων διαθέσιμων στοιχείων από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, οι αποκοπές σε οικιακά φωτοβολταϊκά κινήθηκαν από 15 μέχρι και 17 φορές μέσα σε διάστημα 30 ημέρων. Ουσιαστικά, στις περισσότερες περιπτώσεις τα φωτοβολταϊκά συστήματα τέθηκαν για κάποιο διάστημα εκτός παραγωγής περίπου κάθε δεύτερη ημέρα, ή κάποιες φορές και συνεχόμενες ημέρες όταν η κατανάλωση ηλεκτρισμού είναι σε χαμηλά επίπεδα.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτές οι περικοπές είναι επαναλαμβανόμενες, καθώς από τις 20 ομάδες οικιακών φωτοβολταϊκών που περιλαμβάνονται στον σχετικό πίνακα, η μεγάλη πλειοψηφία είχε 16 αποκοπές μέσα στο 30ήμερο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποκοπές έφτασαν τις 17, με μία μόνο ομάδα να είχε 15 αποκοπές. Συγκεκριμένα, οι 14 ομάδες κατέγραψαν 16 αποκοπές, ενώ πέντε ομάδες έφτασαν τις 17 αποκοπές στο ίδιο διάστημα.

Γιατί γίνονται οι αποκοπές

Όπως έχει επεξηγηθεί πολλές φορές, ο Διαχειριστής Συστήματος Διανομής εφαρμόζει, όταν προκύπτει τεχνική ανάγκη, διαδικασίες περιορισμού ή περικοπής της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας και της ασφαλούς λειτουργίας του ηλεκτρικού δικτύου.
Οι διαδικασίες αυτές ενεργοποιούνται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι ιδιαίτερα χαμηλή σε σύγκριση με την παραγωγή, ωστόσο, λόγω των θερμοκρασιών αυτές οι περικοπές είναι όλο και πιο συχνές.

Αυτή η πρακτική δεν πρόκειται να εκλείψει ουσιαστικά ποτέ, αφού οι περικοπές εφαρμόζονται ακόμη και σε ευρωπαϊκές χώρες με καλύτερες υποδομές, ωστόσο, το ποσοστό και η συχνότητα τους μπορεί να περιοριστεί εάν εφαρμοστούν η αποθήκευση ενέργειας, η ενίσχυση του δικτύου, αλλά και σε περίπτωση που η Κύπρος διασυνδεθεί ηλεκτρικά με άλλες χώρες.
Πάντως, με βάση τα σημερινά δεδομένα, οι αποκοπές μπορεί να γίνουν ακόμη πιο συχνές, αφού οικιακά φωτοβολταϊκά θα φτάσουν τις 100.000.

Η λύση για ιδιοκατανάλωση

Το ζήτημα των περικοπών έχει οδηγήσει αρκετούς ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών να αναζητούν τρόπους αποφυγής τους. Σύμφωνα με προηγούμενο ρεπορτάζ του «Φ», υπάρχει δυνατότητα τα οικιακά και μικρά εμπορικά φωτοβολταϊκά να αποφύγουν νόμιμα τις περικοπές μέσω αίτησης για μετατροπή της σύνδεσης σε καθεστώς μηδενικής έγχυσης στο δίκτυο, το λεγόμενο «zero export».
Σε αυτή την περίπτωση, η παραγόμενη ενέργεια χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ιδιοκατανάλωση και δεν διοχετεύεται στο δίκτυο.

Το «zero export» μπορεί να εφαρμοστεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μόνιμη μηδενική έγχυση, όπου το φωτοβολταϊκό λειτουργεί αποκλειστικά για τις ανάγκες της εγκατάστασης, χωρίς εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προς το δίκτυο. Ο δεύτερος είναι η περιστασιακή μηδενική έγχυση, κατά την οποία το σύστημα μπορεί να εξάγει ενέργεια όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες, αλλά μεταβαίνει προσωρινά σε μηδενική έγχυση όταν απαιτείται για την ισορροπία και την ασφαλή λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.

Ωστόσο, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η λύση συμφέρει οικονομικά. Για να εφαρμοστεί η λειτουργία απαιτείται μετατροπή του φωτοβολταϊκού συστήματος και τοποθέτηση ειδικού εξοπλισμού, όπως «smart meter». Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν στο ίδιο ρεπορτάζ, το συνολικό κόστος μπορεί να προσεγγίσει τα 500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της συσκευής, των πρόσθετων υλικών και των εργατικών.

Τεχνοκράτες εκτιμούν ότι, για ένα μέσο νοικοκυριό, η οικονομική απώλεια από τις αποκοπές παραμένει περιορισμένη. Με βάση ενδεικτικό υπολογισμό, εάν ένα σπίτι καταναλώνει περίπου 300W την ώρα και η αποκοπή διαρκεί τέσσερις ώρες, με τιμή κιλοβατώρας στα 29 σεντ, η απώλεια αντιστοιχεί σε περίπου 34 σεντ. Ακόμη και με επαναλαμβανόμενες αποκοπές, το ετήσιο κόστος εκτιμάται ότι δεν ξεπερνά τα 20 ευρώ.

Με αυτά τα δεδομένα, η μετατροπή σε «zero export» φαίνεται δύσκολο να αποσβεστεί για ένα μέσο νοικοκυριό, καθώς απαιτούνται πολλά χρόνια για να καλυφθεί το αρχικό κόστος. Αντίστοιχα, η χρήση μπαταριών δεν θεωρείται οικονομικά ελκυστική λύση για οικιακά συστήματα, καθώς το κόστος τους μπορεί να φτάνει τα 700 με 800 ευρώ ανά κιλοβατώρα.