Στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην εξέταση ενστάσεων/ιεραρχικών προσφυγών από το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας εναντίον αποφάσεων της Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (ΥΔΕΠ), επανέρχεται με νέα της Εκθεση η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη, σημειώνοντας ότι φαίνεται πως τα προβλήματα δεν εμφανίζονται ως μεμονωμένα ή περιστασιακά, αλλά συνιστούν ένδειξη ύπαρξης σοβαρών διαχρονικών και συστημικών αδυναμιών στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του Υφυπουργείου.
Επισημαίνει την ανάγκη λήψης ουσιαστικών και δομικών διοικητικών μέτρων, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη διαχείριση των εκκρεμούντων υποθέσεων, η έγκαιρη ανταπόκριση προς τους πολίτες και αποτροπή παγίωσης πρακτικών που δεν συνάδουν με τις απαιτήσεις της χρηστής διοίκησης.
Στην Έκθεση η Επίτροπος σημειώνει ότι παρά το γεγονός ότι το πρόβλημα που παρατηρείται αποτέλεσε αντικείμενο σχετικής Έκθεσης του Γραφείου της, ημερομηνίας 29 Μαΐου 2024, η οποία υποβλήθηκε στην τότε Υφυπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας, με σαφείς επισημάνσεις ως προς την ανάγκη λήψης διοικητικών μέτρων για επιτάχυνση της εξέτασης ενστάσεων/ιεραρχικών προσφυγών και ενίσχυση της ανταπόκρισης προς τους πολίτες, το Γραφείο της εξακολουθεί να δέχεται σημαντικό αριθμό παραπόνων με πανομοιότυπο περιεχόμενο, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι διαπιστωθείσες δυσλειτουργίες εξακολουθούν να υφίστανται.
Σημειώνεται ότι οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην εξέταση των ενστάσεων/ιεραρχικών προσφυγών από το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες, καθώς σε μία περίπτωση η ένσταση/ιεραρχική προσφυγή εκκρεμεί για διάστημα που υπερβαίνει τα τρία έτη, σε έξι περιπτώσεις για χρονικό διάστημα περίπου ενάμιση έτους, σε επτά περιπτώσεις για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους και σε μία περίπτωση για περίοδο οκτώ μηνών. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι, κατά καιρούς, έχουν υποβληθεί και άλλα παράπονα στα οποία θίγεται το ίδιο ζήτημα, τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί ή διευθετηθεί στο πλαίσιο της διερεύνησής τους από Λειτουργούς του Γραφείου της.
Στις διαπιστώσεις της αναφέρει ότι «από τα παράπονα που λαμβάνει το Γραφείο μου προκύπτει ότι οι καθυστερήσεις δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά εμφανίζουν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων που αφορούν παροχές όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το Επίδομα Χαμηλοσυνταξιούχου, το Έκτακτο Επίδομα, το Επίδομα Τέκνου και το Επίδομα Μονογονεϊκής Οικογένειας».
Σε αρκετές περιπτώσεις, υπογραμμίζει η Επίτροπος, οι επηρεαζόμενοι πολίτες αναμένουν απάντηση ή ολοκλήρωση εξέτασης της ένστασης/ιεραρχικής προσφυγής τους για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το ένα έτος, ενώ εξακολουθούν να καταγράφονται υποθέσεις στις οποίες η εκκρεμότητα εκτείνεται πέραν των δύο ή και τριών ετών.
Οι πιο πάνω καθυστερήσεις δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας, συνεχίζει.
Η παρατεταμένη καθυστέρηση, αναφέρει, στην ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξουδετερώνει στην πράξη τον σκοπό για τον οποίο ο νομοθέτης προέβλεψε τη χορήγηση των συγκεκριμένων παροχών και υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής προστασίας.
Η Επίτροπος τονίζει ότι «το γεγονός ότι, παρά την προηγούμενη παρέμβαση του Γραφείου μου, εξακολουθούν να καταγράφονται όμοιες περιπτώσεις καθυστερήσεων και δυσλειτουργιών καταδεικνύει ότι τα προβλήματα δεν εμφανίζονται ως μεμονωμένα ή περιστασιακά, αλλά συνιστούν ένδειξη ύπαρξης σοβαρών διαχρονικών και συστημικών αδυναμιών στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του Υφυπουργείου».
Ως εκ τούτου, προσθέτει, καθίσταται αναγκαία η εκ νέου επισήμανση της ανάγκης λήψης ουσιαστικών και δομικών διοικητικών μέτρων, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη διαχείριση των εκκρεμούντων υποθέσεων, η έγκαιρη ανταπόκριση προς τους πολίτες και αποτροπή παγίωσης πρακτικών που δεν συνάδουν με τις απαιτήσεις της χρηστής διοίκησης.
Η Επίτροπος εισηγείται να συσταθεί μια συμβουλευτική ομάδα λειτουργών /εμπειρογνωμόνων που θα προκύψει είτε λόγω της νομικής τους κατάρτισης είτε λόγω εξειδίκευσης λόγω της διαχρονικής τους ενασχόλησης με τις υπό κρίση αιτήσεις /αιτήματα των διοικουμένων, η οποία θα διενεργεί τον αναθεωρητικό ελέγχο ουσίας εκ μέρους της Υφυπουργού και υπό την εξουσιοδότηση της μέσα στα πλαίσια του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος .
Όπως αναφέρει, η συμβουλευτική αυτή ομάδα με πέρας της νέας εξέτασης θα προχωρεί με την υποβολή τελικής εισήγησης προς την Υφυπουργό η οποία θα έχει το τελικό λόγο επί της όποιας απόφασης.
Σημειώνει ότι σε περιπτώσεις όπου αντικειμενικοί λόγοι δεν επιτρέπουν την ολοκλήρωση της εξέτασης εντός των προβλεπόμενων ή εύλογων χρονικών ορίων, θα πρέπει να διασφαλίζεται έγκαιρη ενημέρωση των ενδιαφερόμενων πολιτών σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεσή τους και τον εκτιμώμενο χρόνο ολοκλήρωσης της διαδικασίας.
Η παρούσα Έκθεση υποβάλλεται στην Υφυπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας.
ΚΥΠΕ