Πρακτικά συνάντησης της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας με τριμελή Επιτροπή της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (ΔΕΑ)  στις 17 Νοεμβρίου 2017, ξετυλίγουν το νήμα της απόρριψης των λειψάνων 70 κατοίκων της Άσσιας στον πρώην σκυβαλότοπο του κατεχόμενου Δικώμου, μετά την εν ψυχρώ δολοφονία τους.

Οι Ασσιώτες είχαν δολοφονηθεί τον Αύγουστο του 1974 και αρχικά είχαν πεταχτεί σε δύο πηγάδια στην Αφάνεια, από όπου τους ξέθαψαν το 1995 για να τους πετάξουν στον σκυβαλότοπο προκειμένου να χαθούν για πάντα τα ίχνη τους.

Σύμφωνα με τα πρακτικά της Επιτροπής Συγγενών, κατά τη διάρκεια της συνάντησης ενημερώθηκαν, για πρώτη φορά, σχετικά με τον εντοπισμό μαρτύρων οι οποίοι γνώριζαν από πρώτο χέρι την αφαίρεση των λειψάνων από τα δύο πηγάδια στην περιοχή Ορνίθι και την απόρριψη τους στον σκυβαλότοπο.

Η αρχική αναφορά των εκπροσώπων των Τουρκοκυπρίων έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία και κάποιοι δεν ήθελαν να πιστέψουν αυτό που άκουγαν. Γιατί, όμως να επιδείξει κανείς τόση ασέβεια και να πετάξει τα οστά σε έναν σκυβαλότοπο; Βεβαίως, όταν εκτελείς 70 ανθρώπους, σε μια από τις μεγαλύτερες μαζικές δολοφονίες που διαπράχθηκαν κατά την τουρκική εισβολή, προφανώς δεν το θεωρείς πρόβλημα να τους ξεθάψεις και να τους πετάξεις σε ένα σκυβαλότοπο.

Όμως, φαίνεται πως δεν ήταν μόνο η ασέβεια, αλλά στην απόφαση μέτρησαν και πρακτικοί λόγοι. Δηλαδή, κάποιος ο οποίος θα έβλεπε φορτηγά να κινούνται προς ένα σκυβαλότοπο, δεν θα υποψιαζόταν ότι κάτι πάει στραβά με το φορτίο, σε σχέση με τη θέα φορτηγών σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή. Έπειτα, όταν θαφτεί οτιδήποτε σε ένα σκυβαλότοπο, καλύπτεται τόσο καλά, που δεν το βρίσκει κανείς ως τη Δευτέρα Παρουσία.

Και όμως, άτομα τα οποία έλαβαν μέρος στην επιχείρηση εξαφάνισης των οστών πείστηκαν να μιλήσουν, έστω και αν στα αρχικά στάδια αρνήθηκαν κάθε εμπλοκή. Τότε, προ του φόβου να εντοπιστούν τα λείψανα στα πηγάδια στο Ορνίθι, η επιχείρηση μεταφοράς τους, ανατέθηκε σε συγκεκριμένα άτομα εμπιστοσύνης.

Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνάντησης των συγγενών με τη ΔΕΑ, η ενημέρωσή τους, εξελίχθηκε ως ακολούθως:

>>Την Πέμπτη 16/11/2017 ο (τότε) κοινοτάρχης Άσσιας κ. Γεώργιος Ιωάννου έλαβε επείγουσα κλήση/πρόσκληση από τον ε/κ  εκπρόσωπο στην ΔΕΑ, κ. Ν. Νέστορος να παρευρεθεί, μαζί με άλλα μέλη της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας σε έκτακτη συνάντηση με την τριμελή επιτροπή της ΔΕΑ στο Λήδρα Πάλας εντός της νεκρής ζώνης στη Λευκωσία. Στις επίμονες προσπάθειες του κ. Ιωάννου να πληροφορηθεί περί τίνος επρόκειτο, ο κ. Νέστορος επέμεινε ότι έπρεπε να αναμένει μέχρι τη συνάντηση της επόμενης μέρας για να ενημερωθεί επίσημα.

Τετραμελής αντιπροσωπεία της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας, αποτελούμενη  από τους κοινοτάρχη κ. Γεώργιο Ιωάννου, Χριστόφορο Σκαρπάρη (νυν κοινοτάρχη), Μαρία Λεοντίου και Γιάννο Δημητρίου, προσήλθε στη συνάντηση στην οποία παρακάθισαν από πλευράς ΔΕΑ οι κ.κ. Νέστορας Νέστορος – Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη ΔΕΑ, Gülden Plümer Kücük-εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων στη ΔΕΑ, Paul-Henri Arni- Τρίτο Μέλος (Ηνωμένα Έθνη), (μακαριστός) Ξενοφών Καλλής Βοηθός Ελληνοκυπριακού Μέλους και Murat Soysal-Βοηθός του Τουροκύπριου εκπροσώπου στη ΔΕΑ.

>>Μετά από σύντομη εισαγωγή και καλωσόρισμα, ο κ. Paul-Henri Arni έδωσε το λόγο στην κα. G. Kücük η οποία ενημέρωσε τους συγγενείς, ότι την Πέμπτη 16/11/2017 η τ/κ πλευρά κατέθεσε επίσημο έγγραφο το οποίο προέκυψε ύστερα από διετή έρευνα η οποία κατέδειξε σημαντικά νέα στοιχεία για την μετακίνηση των οστών των αγνοουμένων της Άσσιας από τους δυο ομαδικούς τάφους στο Ορνίθι.

Ο ίδιος ενημέρωσε τους συγγενείς ότι η έρευνα, σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες που λήφθηκαν από έξι συμμετέχοντες στην μετακίνηση, κατέδειξε ότι πραγματοποιήθηκε το 1995 και ο τελικός προορισμός των οστών ήταν ο χώρος απόρριψης σκυβάλων στο Δίκωμο.

Η έρευνα στο Ορνίθι

Ακολούθως, η κα. Kücük έδωσε το λόγο στον συντονιστή της έρευνας κ. Murat Soysal. Ο κ. Soysal αρχικά εξέφρασε την συμπάθεια του προς το δράμα των οικογενειών και την δοκιμασία που έχουν υποστεί και προχώρησε σε λεπτομερή ενημέρωση για τον τρόπο προσέγγισης και τα ευρήματα της έρευνας.

Ο κ. Soysal ανέφερε ότι μετά το 2009, που έγινε η διερεύνηση των δύο ομαδικών τάφων στο Ορνίθι, είχαν αρχίσει την έρευνα για εντοπισμό του χώρου στον οποίο είχαν μετακινηθεί τα οστά. Η έρευνα τους αυτή δεν ήταν επιτυχής μέχρι πριν δύο χρόνια (δύο χρόνια πριν τη σύσκεψη του 2017) οπόταν αρχικά είχαν εντοπιστεί δύο άτομα τα οποία είχαν λάβει μέρος στη μετακίνηση των οστών. Παρόλα αυτά, δεν ήταν διατεθειμένοι να μιλήσουν από φόβο.

Ο κ. Soysal ανέφερε ότι η έρευνα συνεχίστηκε και σταδιακά κατέληξε στον εντοπισμό έξι ατόμων τα οποία συμμετείχαν στην μετακίνηση. Αρχικά αρνούνταν επίμονα κάθε ανάμειξη, όμως ένα χρόνο πριν (2016) κατάφεραν να τους πείσουν να συνεργαστούν. Η ερευνητική ομάδα κατέληξε, όπως ελέχθη στους συγγενείς, σε διασταύρωση/σύγκλιση των πληροφοριών οι οποίες επιβεβαίωναν την μετακίνηση των οστών από τους δύο ομαδικούς τάφους στο Ορνίθι και απόρριψη τους στο σκουπιδότοπο Δικώμου το 1995.

Οι εμπλεκόμενοι στην μετακίνηση, σύμφωνα με τον κ. Soysal, επέλεξαν τον σκυβαλότοπο Δικώμου καθότι όπως ανέφεραν ήταν πιο εύκολο να απορριφθούν τεράστιοι όγκοι χώματος ανάμεικτα με οστά χωρίς να κινήσουν την προσοχή. Η απόρριψη έγινε στο ανατολικό μέρος του σκυβαλότοπου σε σημείο που είχε απόσταση από τον παρακείμενο δρόμο για να μειωθεί ο κίνδυνος να εντοπιστούν από τρίτους.

Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, αρχικά λόγω της ορατής παρουσίας μεγάλου αριθμού οστών ανάμεσα στους όγκους χώματος που απόρριψαν στον σκουπιδότοπο συνέχισαν να κουβαλούν και να απορρίπτουν ογκώδη σκουπίδια, όπως χαρτόνια και λάστιχα αυτοκινήτων πάνω από τα οστά για να τα αποκρύψουν.

Ο κ. Soysal εξήγησε τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε η ερευνητική ομάδα, αλλά τελικά έγινε κατορθωτό, όπως ανέφερε, μετά από την διασταύρωση των πληροφοριών, να ετοιμαστεί και να κατατεθεί επίσημο έγγραφο από την τ/κ πλευρά στη ΔΕΑ αναφορικά με την μετακίνηση των οστών από τους δύο ομαδικούς τάφους στο Ορνίθι.

Και νέα μετακίνηση όγκων σκυβάλων

Ο σκουπιδότοπος συνέχισε να χρησιμοποιείται τα επόμενα χρόνια μέχρι που εγκαταλείφτηκε και με χρηματοδότηση της ΕΕ αποκαταστάθηκε από το 2002 και εντεύθεν. Ο κ. Soysal πληροφόρησε τους συγγενείς ότι κατά τη διαδικασία αποκατάστασης του χώρου ενδεχομένως να έχουν μετακινηθεί όγκοι σκυβάλων πριν την τοποθέτηση χώματος στην επιφάνεια και πριν τη δεντροφύτευση.

Περαιτέρω ανέφερε, πως σε αυτό το στάδιο δεν είχε ακριβή γνώση  ως προς το τι έχει μετακινηθεί και σε ποιο όγκο. Αυτό, είπε, θα διερευνηθεί και θα γίνουν μελέτες σε συνεργασία με την τοπική αρχή των Τουρκοκυπρίων (στην κατεχόμενη Λευκωσία) καθώς και από τους μελετητές του έργου αποκατάστασης.

Όλα τα μέλη της ΔΕΑ είχαν διαβεβαιώσει τους συγγενείς, πως παρ’ όλες τις εμφανείς δυσκολίες θα προχωρούσαν αμέσως σε εξέταση όλων των δεδομένων – συλλογή αρχιτεκτονικών σχεδίων του έργου που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ, τοπογραφικούς χάρτες του χώρου, πληροφορίες αναφορικά με τις ποσότητες των απορριμμάτων κατά την περίοδο 1995-2002 κ.α. – με στόχο να καταρτιστεί πρόγραμμα διερεύνησης του χώρου. Προς τούτο μας ζήτησαν περίοδο 1-2 μηνών.

Η Επιτροπή ευχαρίστησε την ΔΕΑ για τις προσπάθειες που κατέβαλε για την διαλεύκανση της μετακίνησης των οστών από τους ομαδικούς τάφους στο Ορνίθι, και ιδιαίτερα την κα. Kücük και τον συντονιστή της έρευνας κ. Murat Soysal. Οι συγγενείς αναγνώρισαν πως η εξέλιξη αποτελούσε ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση για να επέλθει κατάληξη στο δραματικό αυτό γεγονός το οποίο ταλανίζει τις οικογένειες των αγνοουμένων επί δεκαετίες και ότι να ανέμεναν τις επόμενες ενέργειες της ΔΕΑ αναφορικά με τη διερεύνηση της πληροφορίας.

Αυτόπτης μάρτυρας μίλησε για την ομαδική δολοφονία

Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν την περίοδο της δολοφονίας των 70 Ασσιωτών αποτυπώνονται και σε κείμενο εκπροσώπου των Ασσιωτών και συγκεκριμένα του κ. Γιάννου Δημητρίου, υπό τον τίτλο «Το έγκλημα πολέμου που διέπραξε ο τουρκικός στρατός στο Ορνίθι». Σε αυτό αναφέρεται, πως  το έγκλημα που διεπράχθη έχει καταγραφεί με ανατριχιαστική λεπτομέρεια στο βιβλίο του κουρδικής καταγωγής δημοσιογράφου Ρόνι Αλάσορ, «Διαταγή Εκτελέστε τους Αιχμαλώτους», (εκδόσεις Καστανιώτη, 2002).

Στις σελίδες 117 – 119 ο αυτόπτης μάρτυρας Ο. Σαατ, ο οποίος το 1974 υπηρετούσε στο Κέντρο Συντονισμού Πυρών στην Πυροβολαρχία Διοικήσεως της 1ης Μοίρας του 21ου Συντάγματος Πυροβολικού που μεταφέρθηκε στην Κύπρο δύο τρεις μέρες μετά την πρώτη εισβολή, αναφέρει:

«Μετά από διαταγή του διοικητή μας, Μεχμέτ Γκιουνγκιορμούς ή Γκιουνγκιορέν, τους φορτώσαμε στα στρατιωτικά οχήματα της μοίρας μας. Οι Αξιωματικοί τους πήραν τα χρήματα, τα ρολόγια, τις αλυσίδες που είχαν πάνω τους. Μερικοί ικέτευαν κλαίγοντας. Ο διοικητής μας, ο οποίος ήταν τότε ταγματάρχης και αργότερα έγινε αντισυνταγματάρχης, δοκίμασε να τους καθησυχάσει, όχι από συμπόνια, αλλά μάλλον για να μην τον ενοχλούν με τις ικεσίες τους, λέγοντας:  «Μην κλαίτε, θα σας πάμε στα παιδιά σας».

Σε λίγες μέρες, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε χώρος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν μεταφέρει τους αιχμαλώτους, έφεραν πίσω στη μονάδα μας περίπου 70 – 80 Ελληνοκύπριους.  Εγώ λόγω ειδικότητας, ήμουν κοντά στη σκηνή του διοικητή.

Εκεί άκουσα συνομιλίες που έκανε μέσω ασυρμάτου ο διοικητής της μοίρας μας Μεχμέτ Γκιουνγκιορμούς με τους ανωτέρους του. Ο διοικητής μας τους ρωτούσε «τι να κάνει τους αιχμαλώτους».  Ήταν ένα πρόβλημα για την μονάδα. Και η διατροφή τους αλλά το κυριότερο η φύλαξη τους.  Η εντολή που πήρε ήταν η εξής:

«Φορτώστε τους στο τρένο!» 

Όποιος άκουσε αμέσως κατάλαβε ότι αυτό σήμαινε: «Εκτελέστε τους αιχμαλώτους! Όλοι ήξεραν ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν σιδηροδρομικές γραμμές, ούτε τρένα».

Και τους φόρτωσαν στο…τρένο και τους δολοφόνησαν εν ψυχρώ και ύστερα από τόσα χρόνια οι συγγενείς ακόμη αναζητούν κομμάτια των οστών τους σε ένα πρώην σκυβαλότοπο. Η διαδικασία σκάλωσε στο κόστος το οποίο εκτιμήθηκε μέχρι και σε €10 εκατ.

Αν οι δολοφονίες αμάχων διαπράττονταν από ατάκτους και πάλιν δεν θα υπήρχε μεν άλλοθι, αλλά κάποιος τρίτος θα μπορούσε να αποδώσει το γεγονός στην ανεξέλεγκτη κατάσταση που επικρατούσε, αλλά όταν διαπράττονται από τακτικό στρατό το έγκλημα αποκτά άλλες διαστάσεις και όσοι ευθύνονται, εκτίθενται ανεπανόρθωτα».

Εξετάσεις DNA σε όλα τα μη ταυτοποιηθέντα οστά από το Ορνίθι

Η Επιτροπή Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας ανέδειξε το εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα αναφορικά με τον μεγάλο αριθμό μη ταυτοποιηθέντων οστών που εντοπίστηκαν στο Ορνίθι που βρίσκονταν στο Ανθρωπολογικό Εργαστήρι στην περιοχή του Αεροδρομίου Λευκωσίας. Επανέλαβε επίσης τη θέση της, ότι θα έπρεπε να γίνουν εξετάσεις DNA σε όλα τα οστά για τους πιο κάτω λόγους:

-Πρώτον, να αποκλειστεί η περίπτωση  ύπαρξης πέραν των 70 ανθρώπων στους ομαδικούς τάφους.

-Δεύτερον, η Ανθρωπολογική μελέτη σύμφωνα με τα ευρήματα έχει επιβεβαιώσει την ύπαρξη 70 ανθρώπων, ενώ οι εξετάσεις DNA έχουν δώσει στοιχεία μόνο για 68 από αυτούς. Απαιτήθηκε και έγινε αποδεκτό να ζητηθεί εκ νέου επιστημονική μελέτη και έκδοση πορίσματος για το θέμα και να εξεταστούν τρόποι να ενταθεί η προσπάθεια να ταυτοποιηθούν και οι αποδεδειγμένα δύο εναπομείναντες αγνοούμενοι.

-Τρίτον, να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ώστε να αποδοθούν τα οστά στους συγγενείς για ταφή.

Τέλος, η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα όλων των άλλων αγνοουμένων της Άσσιας που εξαφανίστηκαν είτε ατομικά ή σε μικρές ομάδες μετά από τη σύλληψη τους στην Άσσια ή άλλες τοποθεσίες και δεν ανήκουν στην ομάδα “Ορνίθι”. Η Επιτροπή υπέδειξε επίσης, πως προ διετίας είχε δώσει σχετικά στοιχεία που είχαν ζητηθεί αλλά μέχρι τότε (το 2017) ακόμη δεν είχαν διερευνηθεί οι υποθέσεις.

Όπως είχε καταθέσει ο πρώην Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη ΔΕΑ Νέστορας Νέστορος ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, επικαλούμενος διασταυρωμένες πληροφορίες/μαρτυρίες, η μεταφορά των λειψάνων και του χώματος από τα δύο πηγάδια στον σκυβαλότοπο διήρκησε περίπου μια εβδομάδα.

Σύμφωνα με έγγραφο το οποίο επικαλέστηκε, τα φορτηγά εισέρχονταν στον χώρο ακολουθώντας χωματόδρομο και προχωρούσαν στο ανατολικότερο σημείο του σκουπιδότοπου όπου και τοποθετούσαν τα λείψανα και το χώμα. Στη συνέχεια τοποθέτησαν λάστιχα αυτοκινήτων, χαρτοκιβώτια και άλλα σκύβαλα από τη γύρω περιοχή για να τα καλύψουν. Ο σκυβαλότοπος εξωραΐστηκε το 2012.