Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔεν υπάρχει κάποιος που να διαμένει στη Λάρνακα και να μην γνωρίζει το κτήριο απέναντι από το λιμάνι Λάρνακας, που βρίσκεται στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Για τους νεότερους είναι συνυφασμένο με την παρακμή μιας κακόφημης περιοχής γεμάτης με καμπαρέ, που στο παρελθόν απασχολούσαν συνεχώς την Αστυνομία. Στους παλαιότερους Λαρνακείς, ωστόσο, προκαλεί μνήμες από το πρώτο εργοστάσιο επίπλων της οικογένειας Καρπασίτη και τα πρώτα μπουζούκια που δημιουργήθηκαν στην περιοχή λόγω της άνθισης του λιμανιού στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Το κτήριο εδώ και χρόνια αποτελούσε μια από τις μεγάλες ανοικτές πληγές της περιοχής, αφού ήταν σε άθλια κατάσταση. Ωστόσο στο ισόγειο του συνέχιζε να λειτουργεί παράνομα νυκτερινό κέντρο (club D’ LUX), στο οποίο έβαλε πρόσφατα λουκέτο ο ΕΟΑ Λάρνακας, αφού το κτήριο κρίθηκε ως άκρως επικίνδυνο για κατάρρευση.

Αυτό άνοιξε τον δρόμο για την κατεδάφιση του κτηρίου, που ξεκίνησε την Τρίτη (12/8) και θα ολοκληρωθεί τα επόμενα 24ωρα. Το τεμάχιο γης, που περιλαμβάνει ακόμη ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, συνεχίζει ν’ ανήκει στην οικογένεια Καρπασίτη, που προτίθεται να το πωλήσει, ώστε κάποιος επενδυτής να αξιοποιήσει τον προνομιακό χώρο δίπλα στο λιμάνι Λάρνακας.


Την ιστορία του κτηρίου αφηγήθηκε στο philenews ένας εκ των ιδιοκτητών, ο Ανδρέας Καρπασίτης. Η οικογένειά του, όπως λέει, προσπαθεί εδώ και 25 χρόνια να διώξει από τον χώρο τους διαχειριστές καμπαρέ, που τον μετέτρεψαν πριν από λίγα χρόνια σε κλαμπ που λειτουργούσε χωρίς άδεια. «Προσπαθούσαμε από το 2001 να βγάλουμε από μέσα εκείνους που είχαν τα καμπαρέ, οι οποίοι δεν πλήρωσαν ενοίκιο από το 2000. Ο τελευταίος έφυγε πριν λίγο καιρό. Χρειάστηκαν 25 χρόνια. Προσπαθήσαμε μέσω δικαστηρίου, με την Αστυνομία, με Επιτροπές Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», ανέφερε, σημειώνοντας πως το τελευταίο καμπαρέ έκλεισε πριν από έξι χρόνια και ο χώρος μετατράπηκε στο κλαμπ club D’ LUX και το AfroClub. «Εμείς κάναμε αίτηση στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λάρνακας για κατεδάφιση. Η αίτηση έγινε την ίδια περίοδο που κατέρρευσε το κτήριο στη Γερμασόγεια και σκοτώθηκαν δύο άτομα. Μετά από αυτό θορυβήθηκαν οι Αρχές, που τους έβγαλαν από μέσα και εμείς μόλις πήραμε την άδεια κατεδάφισης προχωρήσαμε αμέσως».

Το κτήριο, όπως αναφέρει, ανεγέρθηκε την περίοδο 1963-1964 σε οικογενειακή γη, που είχε αγοράσει ο παππούς του το 1950. «Είχε υπόψη του πως κάποτε θα γινόταν το λιμάνι εκεί και θα μπορούσε να την αναπτύξει. Ο παππούς μου πέθανε στην πορεία και τα παιδιά του έκτισαν εκείνο το ακίνητο στο οποίο μεταφέρθηκε το επιπλοποιείο τους, επειδή είχαν εργοστάσιο κατασκευής επίπλων. Στην πορεία, γύρω στο 1970, το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στη βιομηχανική της Λάρνακας. Στον πρώτο όροφο έμενε τη δεκαετία του 1970 πατέρας μου και τα αδέλφια του. Όπως μου εξιστορεί η μητέρα μου όταν πήγε να ζήσει εκεί δεν έβλεπε το μάτι της κανένα κτήριο στην περιοχή. Μετά την εισβολή το λιμάνι της Λάρνακας έγινε ξαφνικά σημαντικό και είχε περισσότερη κίνηση. Με τους ναυτικούς που έρχονταν στη Λάρνακα έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα μπουζούκια, που έγιναν μετά καμπαρέ. Σ’ εκείνον τον χώρο υπήρχαν διάφορα καμπαρέ και νυκτερινά κέντρα», σημείωσε.