Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΕπανέρχεται το θέμα των παράνομων γυμναστηρίων στην Κύπρο με αφορμή και πρόσφατη έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ενώ οι ιδιοκτήτες γυμναστηρίων εγείρουν ζήτημα και για κάποια φυσιοθεραπευτήρια και κατά πόσον αυτά μετατρέπονται εν είδη γυμναστηρίων.
Η γυμνάστρια και πρόεδρος του Συνδέσμου Αδειοδοτημένων Ιδιοκτητών Γυμναστηρίων (ΠΑΣΙΓΥ) από τον ΚΟΑ, Κρίστη Παναγιώτου, ζητεί από τους εμπλεκόμενους φορείς να αρχίσουν ελέγχους για τα παράνομα γυμναστήρια και παράλληλα να ξεκαθαριστεί ότι τα φυσιοθεραπευτήρια λειτουργούν ως τέτοια και όχι ως γυμναστήρια μαζί. Όπως αναφέρει στον «Φ», υπάρχει από το 1995 σαφές νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των γυμναστηρίων. Ο «περί Γυμναστών Νόμος» προβλέπει ότι κανένα γυμναστήριο δεν μπορεί να λειτουργεί νόμιμα χωρίς να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού (ΚΟΑ).
Για την έκδοση της άδειας απαιτείται η προσκόμιση σειράς πιστοποιητικών και εγγράφων, μεταξύ άλλων:
- Βεβαίωση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία.
- Υγειονομική βεβαίωση.
- Έγκριση από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία.
- Πολεοδομική άδεια.
- Αρχιτεκτονικά σχέδια.
- Απαραίτητα πτυχία και προσόντα των γυμναστών.
Οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι τυπικές ούτε περιττές. Αφορούν την ασφάλεια των αθλουμένων, την καταλληλότητα των εγκαταστάσεων και την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται στο κοινό.
Όπως αναφέρει η πρόεδρος του ΠΑΣΙΓΥ, «τα ευρήματα πρόσφατου ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας προκαλούν σοβαρό προβληματισμό, αναφέρει, καθώς φαίνεται να καταδεικνύουν ότι ο ΚΟΑ δεν ασκεί τους απαιτούμενους και συστηματικούς ελέγχους στα γυμναστήρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, στην Κύπρο λειτουργούν περισσότερα από 1.000 γυμναστήρια, ενώ μόλις περίπου 380 διαθέτουν άδεια λειτουργίας. Εάν οι αριθμοί αυτοί επιβεβαιωθούν, τότε πρόκειται για μια κατάσταση που δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν είναι δυνατόν επιχειρήσεις να λειτουργούν χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, χωρίς να έχουν ελεγχθεί οι εγκαταστάσεις τους και χωρίς να έχει διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλειας, ενώ, την ίδια στιγμή, τα νόμιμα γυμναστήρια επωμίζονται σημαντικό οικονομικό κόστος και υποβάλλονται σε χρονοβόρες διαδικασίες για να εξασφαλίσουν την άδεια λειτουργίας τους».
Τα νόμιμα γυμναστήρια, συνεχίζει η κ. Παναγιώτου, επενδύουν σε κατάλληλους χώρους, εξοπλισμό, πιστοποιήσεις, μελέτες και καταρτισμένο προσωπικό. Καταβάλλουν τέλη, τηρούν τις προβλεπόμενες διαδικασίες και συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των αρμόδιων Υπηρεσιών. Όταν, όμως, άλλοι χώροι λειτουργούν χωρίς άδεια ή χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τις απαιτούμενες διαδικασίες, δημιουργείται σοβαρός αθέμιτος ανταγωνισμός. Αναφορικά με την ασφάλεια των αθλουμένων, η κ. Παναγιώτου τονίζει ότι αυτό είναι το σημαντικότερο ζήτημα. Όπως εξηγεί, ένα γυμναστήριο φιλοξενεί ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και φυσικής κατάστασης, οι οποίοι χρησιμοποιούν εξοπλισμό και συμμετέχουν σε προγράμματα άσκησης. Για τον λόγο αυτό, οι εγκαταστάσεις πρέπει να είναι κατάλληλες, ασφαλείς και ελεγμένες.
Πρέπει να διασφαλίζεται ότι:
- Ο χώρος διαθέτει την απαιτούμενη πολεοδομική και οικοδομική έγκριση.
- Τηρούνται οι κανόνες πυρασφάλειας.
- Οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις είναι ασφαλείς.
- Πληρούνται οι υγειονομικές προδιαγραφές.
- Ο εξοπλισμός συντηρείται και χρησιμοποιείται σωστά.
- Οι γυμναστές διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα.
- Υπάρχει κατάλληλη επίβλεψη κατά τη διάρκεια της άσκησης.
Η πρόεδρος του ΠΑΣΥΓΙ παρατηρεί ότι χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εάν όλες αυτές οι προϋποθέσεις τηρούνται στην πράξη. «Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν εάν ο χώρος στον οποίο γυμνάζονται λειτουργεί νόμιμα και εάν έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες Αρχές». Υποδεικνύει ότι ο ΚΟΑ και το υπουργείο Παιδείας πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους. «Ο ΚΟΑ, ως η αρμόδια Αρχή για την αδειοδότηση και εποπτεία των γυμναστηρίων, οφείλει να εφαρμόσει τη νομοθεσία και να πραγματοποιήσει ουσιαστικούς, τακτικούς και αποτελεσματικούς ελέγχους. Παράλληλα, το Υπουργείο Παιδείας και οι άλλες συναρμόδιες Υπηρεσίες πρέπει να συμβάλουν στην εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επαγγελματίες που παρέχουν υπηρεσίες άσκησης διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα και ότι οι χώροι λειτουργούν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές».
Ως Σύνδεσμος, αναφέρει, «απαιτούμε την άμεση καταγραφή όλων των γυμναστηρίων που λειτουργούν στην Κύπρο, τη δημοσιοποίηση του αριθμού των αδειοδοτημένων και μη αδειοδοτημένων χώρων, να γίνονται συστηματικοί έλεγχοι από τον ΚΟΑ, την άμεση εξέταση των καταγγελιών για παράνομα γυμναστήρια, την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων όπου διαπιστώνονται παραβάσεις, την απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια και την ίση μεταχείριση όλων των επιχειρήσεων του κλάδου».
Άλλο φυσιοθεραπευτικές υπηρεσίες κι άλλο οργανωμένη άσκηση
Παράλληλα, η κ. Παναγιώτου εγείρει ένα σοβαρό ζήτημα που αφορά στη λειτουργία φυσιοθεραπευτηρίων. Η ίδια επικαλέστηκε τις καταγγελίες και στοιχεία που φτάνουν στον κλάδο των ιδιωτικών γυμναστηρίων και αναφέρουν ότι αυτά ενδέχεται να ξεπερνούν τα όρια της φυσιοθεραπευτικής πρακτικής και να μετατρέπονται σταδιακά σε χώρους άσκησης και γυμναστικής.
Το ζήτημα, σημειώνει, αφορά ιδιαίτερα την αξιοποίηση υπηρεσιών του ΓεΣΥ για την παροχή προγραμμάτων που παρουσιάζονται ως «θεραπευτικές συνεδρίες pilates». «Δεν μπορεί κάθε μορφή άσκησης να βαφτίζεται “θεραπεία”, μόνο και μόνο επειδή παρέχεται μέσα σε ένα φυσιοθεραπευτήριο ή επειδή εξυπηρετείται μέσω του συστήματος υγείας. Άλλο πράγμα η εξατομικευμένη φυσιοθεραπευτική αποκατάσταση ενός ασθενή, υπό την ευθύνη και επιστημονική αξιολόγηση του αρμόδιου επαγγελματία και άλλο η οργανωμένη διδασκαλία προγραμμάτων άσκησης, όπως το pilates, σε υγιή άτομα ή ως εμπορική δραστηριότητα», αναφέρει.
Κατά την ίδια, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: Πού τελειώνει η φυσιοθεραπεία και πού αρχίζει η οργανωμένη άσκηση; Οι αδειούχοι χώροι άσκησης και γυμναστήρια στην Κύπρο υποχρεώνονται να λειτουργούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αδειοδοτήσεων, ελέγχων και προϋποθέσεων. Όταν, όμως, ένας χώρος που έχει αδειοδοτηθεί για την παροχή υπηρεσιών φυσιοθεραπείας λειτουργεί στην πράξη και ως χώρος οργανωμένης άσκησης ή διαθέτει εξοπλισμό και υπηρεσίες που παραπέμπουν σε κανονικό γυμναστήριο, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ισότιμης μεταχείρισης και πιθανού αθέμιτου ανταγωνισμού. «Πώς είναι δυνατόν ένα αδειοδοτημένο γυμναστήριο να πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές και να υπόκειται σε ελέγχους από τις αρμόδιες Αρχές, ενώ άλλοι χώροι ενδέχεται να προσφέρουν ουσιαστικά παρόμοιες υπηρεσίες κάτω από διαφορετικό καθεστώς», διερωτάται.
Κατά την κ. Παναγιώτου, η φυσιοθεραπεία και η επιστήμη της άσκησης μπορούν και πρέπει να συνεργάζονται προς όφελος του ασθενή και του πολίτη. Αν υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες συνεδρίες ή προγράμματα άσκησης καταχωρούνται ή χρεώνονται ως φυσιοθεραπευτικές υπηρεσίες, χωρίς να ανταποκρίνονται στον πραγματικό θεραπευτικό σκοπό και στις προϋποθέσεις του συστήματος, τότε οι αρμόδιες Αρχές οφείλουν να τις διερευνήσουν άμεσα και σε βάθος.
Η Πολιτεία, ο ΟΑΥ, το υπουργείο Υγείας, ο ΚΟΑ και όλες οι αρμόδιες Υπηρεσίες πρέπει να εξετάσουν άμεσα το θέμα και να διασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες του ΓεΣΥ παρέχονται αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο έχουν εγκριθεί, η φυσιοθεραπευτική πράξη διαχωρίζεται ξεκάθαρα από την οργανωμένη άσκηση και όλοι οι χώροι όπου παρέχεται συστηματική άσκηση λειτουργούν με τις απαιτούμενες άδειες και προδιαγραφές.