Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google«Η έννοια της γεωπολιτικής έντασης, μας βοηθά να προσεγγίσουμε ορισμένες από τις πιο αινιγματικές πτυχές της πολιτικής στην Κύπρο, όπου καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για να διατηρηθεί η ορατότητα της Κύπρου από τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα» ανέφερε μεταξύ άλλων η πολιτική ανθρωπολόγος και ιστορικός Rebecca Bryant Καθηγήτρια Πολιτιστικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης στην Ολλανδία, μιλώντας στο διήμερο πρώτο συνέδριο του νεοσύστατου Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου (Cyprus Association of Social Anthropologists – CASA) που πραγματοποιήθηκε στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου 2026 στο ΤΕΠΑΚ στη Λεμεσό. Η παρέμβασή της αποτέλεσε την κεντρική ομιλία του συνεδρίου και είχε τίτλο «Τα μάτια του κόσμου είναι στραμμένα πάνω μας: Γεωπολιτικές εντάσεις και η ανθρωπολογία της Κύπρου».
Στο συνέδριο συμμετείχαν 46 ομιλητές από την Κύπρο και το εξωτερικό – ανθρωπολόγοι, εθνογράφοι, ερευνητές/τριες, καλλιτέχνες, φοιτητές/τριες και συναφείς επιστήμονες από διαφορετικές γενιές, κοινότητες, οργανισμούς και πλαίσια, όπως ανέφερε στον «Φ» ο πρόεδρος του Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου Θεόδωρος Κούρος, κοινωνικός ανθρωπολόγος και Λέκτορας στο ΤΕΠΑΚ. Γλώσσα εργασίας του συνεδρίου, που είχε τίτλο «Our common grounds: Pasts, presents, futures of Anthropology in Cyprus», ήταν τα αγγλικά.
Το συνέδριο συνδιοργανώθηκε με το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και το πρόγραμμα περιλάμβανε 10 παράλληλες θεματικές ενότητες (πάνελ) με συζητήσεις γύρω από την ανθρωπολογία, την ιστορία, τις αρχειακές σπουδές, την αρχαιολογία, τις τέχνες και τις παραστατικές τέχνες, καθώς και ενότητα οπτικής ανθρωπολογίας, μεταξύ άλλων.
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης απονεμήθηκε το Βραβείο Δια Βίου Προσφοράς στον κοινωνικό ανθρωπολόγο Βάσσο Αργυρού. Ο Θ. Κούρος μας είπε ότι «ο Αργυρού είναι μια από τις πιο πρωτότυπες και αδέσμευτες φωνές που έχει αναδείξει η κοινωνική ανθρωπολογία, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα τόσο στην ομιλία της Εύης Ευτυχίου (σ. σ. Λέκτορα Πανεπιστημίου Λευκωσίας) που παρουσίασε το βραβείο, όσο και στα λεχθέντα από τον ίδιο». Ο Θεόδωρος Κούρος σχολίασε επίσης την κεντρική ομιλία της Rebecca Bryant, λέγοντας ότι «ήταν από αυτές τις παρεμβάσεις που σε κάνουν να θυμηθείς γιατί επέλεξες αυτόν τον κλάδο». Πρόσθεσε ότι «η Rebecca Bryant μια από τις σημαντικότερες ανθρωπολόγους που έχουν γράψει για την Κύπρο, έθεσε ερωτήματα για τη γεωπολιτική ένταση και την ανθρωπολογία, με τρόπο που ήταν ταυτόχρονα αναλυτικά αυστηρός, κατανοητός και βαθιά σχετικός με τη στιγμή που ζούμε».
«Απαραίτητο να μας βλέπει ο κόσμος»
Αναλύοντας την έννοια της γεωπολιτικής έντασης σε σχέση με την πολιτική ζωή στην Κύπρο και την επιδιωκόμενη προσοχή από τη διεθνή κοινότητα, η Καθηγήτρια Rebecca Bryant ανέφερε ότι «εφόσον ο κόσμος παρακολουθεί, εμείς θέλουμε να κατευθύνουμε αυτό το βλέμμα. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι το να μας «βλέπει» ο κόσμος, είναι απαραίτητο για τη δική μας πολιτική ύπαρξη και έτσι κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να διατηρήσουμε αυτή την ορατότητα, ώστε να μην αποκλείσουμε το μέλλον που ελπίζουμε ότι είναι ακόμη εφικτό. Η προσοχή αποτελεί μόνο μία διάσταση της γεωπολιτικής έντασης, αλλά θεωρώ ότι είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για να σκεφτούμε τη συμβολή που μπορεί να έχει μια ανθρωπολογία της Κύπρου, σε μια ανθρωπολογία της γεωπολιτικής». Πρόσθεσε τα ακόλουθα: «Καθώς θεωρώ τον εαυτό μου πρωτίστως πολιτικό ανθρωπολόγο και δευτερευόντως κοινωνικό ή πολιτισμικό ανθρωπολόγο, το έργο μου έχει επικεντρωθεί κυρίως σε ζητήματα που αφορούν την ανθρωπολογία του κράτους. Στην ομιλία μου βασίζομαι σε ένα βιβλίο που ολοκληρώνω αυτή την περίοδο με τον συνάδελφό μου David Henig με τίτλο «Γεωπολιτικές Εντάσεις» και το οποίο εξετάζει πώς θα μπορούσαν οι ανθρωπολόγοι να μελετήσουν το γεωπολιτικό στοιχείο. Θέλω να μας μεταφέρω πίσω στην άνοιξη του 2004 στην Κύπρο, την περίοδο που οδήγησε στο γνωστό δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν. Εκείνη την περίοδο, άκουγε κανείς συχνά ανθρώπους να λένε: «Ο κόσμος μάς παρακολουθεί» ή «Τα βλέμματα του κόσμου είναι στραμμένα πάνω μας». Η παραδοχή ήταν ότι η δική τους ψήφος στην κάλπη θα είχε – ή θα έπρεπε να έχει – σημαντικές γεωπολιτικές προεκτάσεις».
Το νησί που όλοι ήθελαν…
«Όπως ακούμε διαρκώς από Κύπριους κάθε απόχρωσης, η γεωπολιτική και κυρίως η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου, αποτελεί απλώς γεωγραφικό δεδομένο, καθώς βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, Ευρώπης και Μέσης Ανατολής» είπε η Καθηγήτρια Rebecca Bryant και πρόσθεσε: «Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι η Μαρίνα Χριστοφίδου επέλεξε τον τίτλο «Το νησί που όλοι ήθελαν» για το παιδικό της βιβλίο, το οποίο εξιστορεί, μεταξύ άλλων, τις πολυάριθμες αποικιοκρατικές κατακτήσεις του νησιού ανά τους αιώνες. Ο τίτλος αυτός απηχεί επίσης την πεποίθηση που φαίνεται να έχουν πολλοί Κύπριοι: ότι το νησί αποτελεί το κέντρο του κόσμου. Ή, όπως το έθεσε ένας σατιρικός συγγραφέας της δεκαετίας του 1960: «Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να γίνουν Παγκόσμια Δύναμη, αλλά έχουν καταφέρει να γίνουν Παγκόσμιος Μπελάς, πράγμα εξίσου σημαντικό». Το δημοψήφισμα αποτέλεσε επίσης παράδειγμα αυτού που στο βιβλίο ονομάζουμε «γεωπολιτικές εντάσεις». Η Κύπρος χαρακτηρίζεται συχνά ως περίπτωση «παγωμένης σύγκρουσης», η οποία ωστόσο κατά καιρούς «ζεσταίνεται» ή και φουντώνει. Είτε πρόκειται για θερμό πόλεμο, είτε για παγωμένη σύγκρουση, εμείς ως ανθρωπολόγοι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι βιώνουν το γεωπολιτικό στοιχείο στην καθημερινότητα και σταθμίζουν την ιστορική σημασία ακόμη και των πιο μικρών πράξεων.
Σε έναν τόπο όπως η Κύπρος, η ιστορία του νησιού ως περιοχής που «όλοι επιθυμούσαν ανέκαθεν», συνδυάζεται με μνήμες πολέμου, λεηλασίας και το αίσθημα της διεθνούς προδοσίας, αφού πρόκειται για ένα τόπο που υπέστη διαδοχικές κατακτήσεις και αποικιοκρατικές παρεμβάσεις και βρίσκεται σε μια γεωστρατηγική θέση η οποία καθιστούσε πάντα την ευημερία των Κυπρίων δευτερεύουσας σημασίας έναντι των συμφερόντων ισχυρότερων δυνάμεων. Αυτό το μείγμα δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την πεποίθηση ότι υπάρχει γεωπολιτική προσοχή προς το νησί, αλλά και ότι η προσοχή αυτή είναι απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξει οποιαδήποτε εξέλιξη».
Αναζητώντας…απογόνους στην Επισκοπή
Ένα ανθρωπομετρικό φωτογραφικό αρχείο της εποχής της αποικιοκρατίας στην Κύπρο, είναι στο επίκεντρο του καλλιτεχνικού και ερευνητικού έργου που παρουσίασε στο συνέδριο η εικαστικός και ερευνήτρια Θεοπίστη Στυλιανού-Lambert Καθηγήτρια στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Πρόκειται για το έργο «Αναζητώντας τους Άνδρες του Angel» («Tracing Angel’s Men») που έχει ως αφετηρία το ανθρωπομετρικό αρχείο του John Lawrence Angel το οποίο περιλαμβάνει 88 άνδρες – 54 Ελληνοκύπριους και 34 Τουρκοκύπριους – από το χωριό Επισκοπή Λεμεσού. Η ομιλήτρια είπε ότι το αρχείο δημιουργήθηκε το 1949 και φυλάσσεται σήμερα στα Εθνικά Ανθρωπολογικά Αρχεία του Ινστιτούτου Smithsonian στις ΗΠΑ».
Πρόσθεσε ότι «ο Angel, κορυφαία μορφή στον τομέα της ιατροδικαστικής ανθρωπολογίας, επιδίωκε να διαπιστώσει κατά πόσον οι κάτοικοι της σύγχρονης Επισκοπής παρουσίαζαν κοινά χαρακτηριστικά με αρχαία ανθρώπινα κατάλοιπα της ίδιας περιοχής, καθώς και με πληθυσμούς Ελλήνων και Τούρκων σε άλλα μέρη του κόσμου. Στο πλαίσιο του έργου, τα ονόματα και οι φωτογραφίες από το αρχείο του Angel παρουσιάστηκαν εκ νέου στην κοινότητα της Επισκοπής το 2025, σε μια προσπάθεια εντοπισμού των απογόνων των ανδρών και διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο διατηρείται η μνήμη τους σήμερα. Τα πορτρέτα συγκεντρώθηκαν σε ένα «κοινοτικό λεύκωμα» που κυκλοφόρησε στα νοικοκυριά της Επισκοπής και της Ζώδιας (όπου εγκαταστάθηκαν πολλοί Τουρκοκύπριοι από την Επισκοπή μετά το 1974). Ζητήσαμε από τους απογόνους να μοιραστούν μαζί μας ιστορίες και καθημερινές φωτογραφίες που απεικόνιζαν τους άνδρες αυτούς.
Το υλικό που συγκεντρώθηκε, αποτέλεσε την έμπνευση για τη δημιουργία τεσσάρων έργων τέχνης, τα οποία διερευνούν πρακτικές επανενεργοποίησης και επαναχρησιμοποίησης, επιχειρούν να ανασυνθέσουν νοερά τις μη καταγεγραμμένες διαδικασίες μέτρησης των σωμάτων, δημιουργούν φανταστικά «δείγματα» και αναδεικνύουν τις προσωπικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της παραμονής του Angel στην Κύπρο. Τα έργα τέχνης που παρουσιάζονται στο συνέδριο, θα εκτεθούν στον χώρο «Pylon Art and Culture» στη Λεμεσό, στο πλαίσιο της διοργάνωσης Limassol Art Walks στις 9 Οκτωβρίου 2026».
Οπωρώνες στη Μόρφου και γαϊδούρια στην Καρπασία…
«Η γεωργία και οι μετασχηματισμοί της στη Νεκρή Ζώνη της Κύπρου (1974-2026)» ήταν το θέμα της παρέμβασης του Χρίστου Περιστιάνη μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Είπε μεταξύ άλλων ότι «στον απόηχο της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης του 1974, παρακμάζει η γεωργία στην Κυπριακή Δημοκρατία, ωστόσο, εντός της Νεκρής Ζώνης η γεωργική δραστηριότητα διατηρήθηκε, κυρίως από εκτοπισμένους Ελληνοκύπριους από την περιοχή της Μόρφου».
Βασιζόμενη σε εθνογραφική και αρχειακή έρευνα, η μελέτη υποστηρίζει ότι η καλλιέργεια εσπεριδοειδών δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με όρους οικονομικής λογικής. Για όσους επιμένουν, η γεωργία λειτουργεί ως μια υλική και βιωματική πρακτική, μέσω της οποίας διατηρείται ο δεσμός με τον τόπο και αναπαράγονται οι μνήμες της Μόρφου: οι οπωρώνες λειτουργούν ως «τοπία μνήμης», εντός των οποίων το ζήτημα του εκτοπισμού εξακολουθεί να τυγχάνει διαπραγμάτευσης. Όμως καθώς οι εκτοπισμένοι αγρότες γερνούν και οι οπωρώνες εξαφανίζονται, χάνονται και οι πολιτισμικές πρακτικές, μέσω των οποίων αναπαράγονταν οι ταυτότητες του εκτοπισμού».
Στο ίδιο πάνελ με θέμα συζήτησης τα τοπία σύγκρουσης και τους «τρίτους χώρους» στην κυπριακή διαχωριστική γραμμή, ο ανθρωπολόγος-ερευνητής Ανδρέας Κλεάνθους αναφέρθηκε στο ερευνητικό του έργο «για τις συναισθηματικές ποιότητες και την ψυχογεωγραφία της αποστρατικοποιημένης Ζώνης υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ στην Κύπρο, «εξετάζοντας πώς τα στρατιωτικά σημεία διέλευσης παράγουν αφηγήματα ταυτότητας, που είτε αντιστέκονται, είτε κανονικοποιούν τη de facto διαίρεση του νησιού».
Πρόσθεσε ότι «η μελέτη αναφέρει τα άγρια γαϊδούρια της Καρπασίας ως μια ειρωνική αλληγορία ιστορικού τραύματος και ανθεκτικότητας και αντιμετωπίζει το «κυπριακό υποκείμενο» ως μια κατακερματισμένη και εντοπισμένη κατηγορία, η οποία διαμορφώνεται από την πραγματικότητα που προέκυψε μετά το 2003, με το άνοιγμα των σημείων διέλευσης και τις εσωτερικές κοινοτικές αντιφάσεις». Ο ομιλητής είπε ότι «στόχος του έργου είναι να αναστοχαστούμε πάνω στην ιστορική μνήμη, την τεχνολογική και μη-ανθρώπινη διαμεσολάβηση και στις μεταβαλλόμενες αναδιαμορφώσεις της κυπριακής ταυτότητας και του αισθήματος του ανήκειν, εντός μιας οριακής κατάστασης παρατεταμένης κατάπαυσης του πυρός».
Μια αίσθηση κοινότητας εν τη γενέσει της…
Ο Θεόδωρος Κούρος επεσήμανε στην εφημερίδα μας ότι στη διάρκεια του συνεδρίου «υπήρχε στον χώρο ένα αίσθημα συναδελφικότητας που δύσκολα το συναντά κανείς σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις και μια αίσθηση κοινότητας εν τη γενέσει της. Αξίζει να πούμε – πρόσθεσε – ότι περισσότερα άτομα παρακολούθησαν το συνέδριο από τα άτομα που συμμετείχαν με παρουσιάσεις, κάτι εξαιρετικά σπάνιο σε επιστημονικά συνέδρια. Το συνέδριο πήγε καλύτερα από ό,τι μπορούσαμε να περιμένουμε. Και δεν το λέω αυτό για να ακουστώ ταπεινόφρων, το λέω γιατί όποιος οργανώνει κάτι από την αρχή, με έναν σύλλογο που μετράει μόλις μήνες ζωής, με ανθρώπους που δούλεψαν στον ελεύθερο χρόνο τους, ξέρει πόσα μπορούν να πάνε στραβά. Αυτή τη φορά δεν πήγε σχεδόν τίποτα, το αντίθετο μάλιστα. Η κοινωνική ανθρωπολογία στην Κύπρο, έχει πλέον έναν χώρο όπου μπορεί να συναντιέται, να διαφωνεί, να σκέφτεται συλλογικά και αυτός ο χώρος αξίζει να καλλιεργηθεί περισσότερο και να μεγαλώσει. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να διαφυλάξουμε και να ενισχύσουμε με νέες εκδηλώσεις και δράσεις το επόμενο διάστημα».
*Σημειώνουμε ότι μέλη της επιστημονικής επιτροπής του συνεδρίου ήταν ο Γιάννης Παπαδάκης (Πανεπιστήμιο Κύπρου), Melek Kaptanoglu (Πανεπιστήμιο Queen’s Μπέλφαστ), Ibrahim Latif Ince (Πανεπιστήμιο Οξφόρδης), Θεόδωρος Κούρος (ΤΕΠΑΚ), Selin Genc (Visual Voices)και Τζορτζίνα Χρίστου (ερευνήτρια ανθρωπολόγος). Μέλη της οργανωτικής επιτροπής ήταν η Αίγλη Πιττάκα (ανθρωπολόγος), Μαρία Λαδόμματου, Σπύρος Σπύρου (Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου), Θεόδωρος Κούρος, Πάνος Αχνιώτης (Πανεπιστήμιο Κύπρου), Ανδρέας Αναστασιάδης (Ethnofest), Εύη Ευτυχίου και Melek Kaptanoglu. Οι φωτογραφίες της εκδήλωσης είναι του Νικόλα Καρατζά.
Οικολογική δικαιοσύνη και η περίπτωση Πεντακώμου
Η περιβαλλοντική ανθρωπολόγος Μαρία Λαδόμματου μίλησε με θέμα την οικολογική δικαιοσύνη και με επίκεντρο τη μελέτη περίπτωσης της κατασκευής αλιευτικού καταφυγίου στο Πεντάκωμο. Όπως είναι γνωστό, οικολογικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το έργο αυτό είναι μια βιομηχανική εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας που θα επηρεάσει αρνητικά το οικοσύστημα, ενώ τα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα αντιτείνουν ότι «δεν είναι μεγάλο βιομηχανικό λιμάνι, αλλά μια μικρή συλλογική λιμενική και χερσαία υποδομή που θα εξυπηρετεί την εκφόρτωση πέραν του 50% της συνολικής εθνικής παραγωγής αλιευτικών προϊόντων».
Η ομιλήτρια ανέφερε ότι η τοποθέτησή της είναι μέρος της διπλωματικής εργασίας της για την απόκτηση του τίτλου MSc στην Προστασία και Διαχείριση του Περιβάλλοντος από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, η οποία όπως είπε, διερευνά τις λιγότερο προβεβλημένες και αλληλένδετες έννοιες που αφορούν την οικολογική δικαιοσύνη και τη διατήρηση της φύσης στην Κύπρο. Πρόσθεσε ότι η εργασία «υποστηρίζει κριτικά ότι η οικολογική δικαιοσύνη, συχνά απουσιάζει στην πράξη, από την εφαρμογή του προγράμματος Natura 2000 στην Κύπρο.
Τελικά, η παρούσα έρευνα δεν ισχυρίζεται ότι επιλύει τα περίπλοκα ζητήματα που οδηγούν στην οικολογική αδικία στο Πεντάκωμο και πέραν αυτού, ούτε προτείνει μια μοναδική λύση. Αντιθέτως, στοχεύει να συμβάλει και να πυροδοτήσει μελλοντικές συλλογικές προσπάθειες – εντός και εκτός ακαδημαϊκού χώρου – ώστε η συζήτηση για την οικολογική δικαιοσύνη να τεθεί στο επίκεντρο των καθημερινών διαδικασιών και της διακυβέρνησης της διατήρησης του περιβάλλοντος, τόσο στην Κύπρο όσο και ευρύτερα. Η εργασία αναδεικνύει την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ τοπικών κοινοτήτων και υπευθύνων χάραξης πολιτικής, προκειμένου η οικολογική δικαιοσύνη να μετουσιωθεί σε προσβάσιμη και κοινή γνώση».