Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μικροπλαστικά και νανοπλαστικά ανιχνεύθηκαν για πρώτη φορά σε δείγματα ούρων παιδιών δημοτικού σχολείου που ζουν στην Κύπρο, στο πλαίσιο διερευνητικής μελέτης του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου και του Πανεπιστημίου της Κατάνιας.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία του ΤΕΠΑΚ, σε συνεργασία με Ιταλούς επιστήμονες, και δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Particle and Fibre Toxicology.

Διαβάστε την έρευνα ΕΔΩ.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα πρωινών ούρων από 29 παιδιά, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένες εργαστηριακές μεθόδους και αυστηρά μέτρα για την αποφυγή επιμόλυνσης κατά την εξέταση των δειγμάτων.

Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη μελέτη, σωματίδια μικρότερα των δέκα μικρομέτρων ανιχνεύθηκαν σε όλα τα δείγματα. Οι συχνότεροι τύποι πλαστικού που εντοπίστηκαν ήταν το πολυαιθυλένιο και το πολυπροπυλένιο, δύο υλικά που χρησιμοποιούνται ευρέως σε συσκευασίες και καθημερινά καταναλωτικά προϊόντα.

Οι συγκεντρώσεις παρουσίασαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των παιδιών. Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι ο μικρός αριθμός συμμετεχόντων δεν επιτρέπει την εξαγωγή γενικευμένων συμπερασμάτων για τον παιδικό πληθυσμό της Κύπρου.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα πρωινών ούρων από 29 παιδιά δημοτικού σχολείου και εντόπισαν μικροπλαστικά και νανοπλαστικά μικρότερα των 10 μικρομέτρων σε όλα τα δείγματα. Οι συγκεντρώσεις κυμάνθηκαν από 393 έως 8.050 σωματίδια ανά ml, με διάμεση τιμή τα 1.217 σωματίδια ανά ml.

Το μέγεθος των σωματιδίων έφθανε από 0,77 έως 4,88 μικρόμετρα, με διάμεση διάμετρο 1,69 μικρόμετρα, ενώ συχνότερα ανιχνεύθηκαν πολυαιθυλένιο και πολυπροπυλένιο. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική σύνδεση των συγκεντρώσεων με τον δείκτη μάζας σώματος ή τη συνήθεια μεταφοράς των χεριών στο στόμα.

Τι δείχνει η ανίχνευση

Η παρουσία μικροπλαστικών στα ούρα αποτελεί ένδειξη ότι πολύ μικρά πλαστικά σωματίδια μπορούν να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό, να κυκλοφορήσουν σε αυτόν και στη συνέχεια να αποβληθούν μέσω του ουροποιητικού συστήματος.

Η μελέτη, όμως, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια από πού προήλθε η έκθεση των παιδιών ούτε αποδεικνύει ότι τα σωματίδια προκάλεσαν οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας.

Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο οι συγκεντρώσεις συνδέονταν με τον δείκτη μάζας σώματος των παιδιών ή με συμπεριφορές όπως η μεταφορά των χεριών στο στόμα. Δεν εντόπισαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση.

Αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη άλλων πιθανών πηγών έκθεσης, αλλά καταδεικνύει ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερο δείγμα και αναλυτικότερη καταγραφή των καθημερινών συνηθειών και του περιβάλλοντος των παιδιών.

Χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες

Οι ίδιοι οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα προκαταρκτικά. Επισημαίνουν, επίσης, ότι οι συγκρίσεις με άλλες έρευνες είναι δύσκολες, επειδή δεν υπάρχουν ακόμη διεθνώς τυποποιημένες μέθοδοι για τη μέτρηση μικροπλαστικών και νανοπλαστικών στα ανθρώπινα ούρα.

Το επόμενο βήμα είναι η πραγματοποίηση μελετών σε μεγαλύτερο αριθμό παιδιών, με κοινές και εναρμονισμένες εργαστηριακές μεθόδους. Στόχος θα είναι να διαπιστωθεί εάν η παρουσία των σωματιδίων καταγράφεται συστηματικά, να εντοπιστούν οι βασικές οδοί έκθεσης και να διερευνηθεί εάν υπάρχουν πιθανές συνέπειες για την υγεία.

Την ερευνητική ομάδα αποτελούν οι Maria Castrogiovanni, Paola Rapisarda, Gea Oliveri Conti και Margherita Ferrante από το Πανεπιστήμιο της Κατάνιας, οι Sabrina Carola Carroccio και Paolo Maria Riccobene από το Ινστιτούτο Πολυμερών, Σύνθετων Υλικών και Βιοϋλικών του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας της Ιταλίας, καθώς και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μακρής από το Διεθνές Ινστιτούτο Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία και το Τμήμα Επιστημών Αποκατάστασης της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΤΕΠΑΚ.