Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑπό την ανάγνωση των ρυθμιστικών αποφάσεων της κυπριακής ΡΑΕΚ και της ελλαδικής ΡΑΑΕΥ για την ηλεκτρική διασύνδεση συνάγεται πως δεν είναι νομικά και διαδικαστικά διασφαλισμένη η ανάληψη πιθανού πρόσθετου κόστους, πέραν του προϋπολογισθέντος 1.9 δισ. ευρώ, από τους επενδυτές, δηλαδή την εταιρεία Great Sea Interconnector, στην οποία για την ώρα μέτοχοι είναι κατά 66% το γαλλικό επενδυτικό ταμείο Meridiam και ο ΑΔΜΗΕ.
Από την άλλη, μέσα από τις ρυθμιστικές αποφάσεις και ιδιαίτερα μέσα από την απόφαση 300/2024, της ΡΑΕΚ, ημερομηνίας 20/09/2024, έχει τεθεί το υπόβαθρο για μια μελλοντική διαπραγμάτευση μεταξύ ρυθμιστικής Αρχής και GSI για το ποιος θα πληρώσει το κόστος, αν αυτό ξεπεράσει πέραν του 5% τον σημερινό προϋπολογισμό για 1.9 δισ. Δηλαδή, αν αγγίξει ή ξεπεράσει τα 2 δισ., κάτι που σήμερα, με την καθυστέρηση που καταγράφεται, μοιάζει βέβαιο. Αυτό συνέβη και σε πολλές άλλες ηλεκτρικές διασυνδέσεις χωρών της ΕΕ, περιλαμβανομένης της διασύνδεσης Κρήτης – Αττικής, με φορέα υλοποίησης τον ΑΔΜΗΕ. Η υπέρβαση του αρχικού κόστους δεν είναι καθόλου απομακρυσμένο ενδεχόμενο, είναι το πιθανότερο σενάριο.
Υποσχέσεις, όχι υποχρεώσεις
Από τα δεδομένα όπως έχουν σήμερα, κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει πειστικά ότι οποιαδήποτε έξοδα από τον GSI πέραν του 1.9 δισ. δεσμεύεται να τα επωμιστεί με δικά της κεφάλαια η εν λόγω εταιρεία.
Από την άλλη, ούτε ο GSI μπορεί να νιώθει άνετα πως, αν για παράδειγμα το τελικό κόστος προσεγγίσει τα 2.5 ή 3 δισ. ή παραπάνω, θα του επιτραπεί από τη ΡΑΕΚ (και τη ΡΑΑΕΥ στην Ελλάδα) να επανακτήσει όλο το ποσό σε βάθος 35ετίας (με απόδοση κεφαλαίου 8.3% για 17 χρόνια) μέσα από τη φόρμουλα που προβλέπουν οι ρυθμιστικές αποφάσεις και με επιβάρυνση, κατά κύριο λόγο, των καταναλωτών ρεύματος σε Κύπρο (63%) και Ελλάδα (37%).
Σε κάθε περίπτωση, το κόστος θα ανακτηθεί σε βάθος 35ετίας και με την προδιαγραφόμενη μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρισμού, το κόστος για τους καταναλωτές -ανά κιλοβατώρα- δεν προβλέπεται από αρχικούς υπολογισμούς της ΡΑΕΚ να είναι επαχθές, χωρίς μάλιστα να υπολογίζεται η πιθανή μείωση του μέσου κόστους παραγωγής ανά κιλοβατώρα μέσω του ανταγωνισμού που θα προκληθεί και της πιθανής εισαγωγής φθηνότερου ηλεκτρισμού από το ευρωπαϊκό δίκτυο και του συνυπολογισμού των εσόδων των επενδυτών από τη μεταφορά ενέργειας. Και χωρίς να υπολογίζονται τα έσοδα της ίδιας της επένδυσης, όταν λειτουργήσει.
Οι διαβεβαιώσεις των εταιρειών
Στην απόφαση της ΡΑΕΚ στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, η οποία ακολούθησε την υπογραφή του Πλαισίου Συμφωνίας από τους τότε υπουργούς Ενέργειας Κύπρου και Ελλάδας, αναφέρεται σε μερικά σημεία πως η απόφαση λήφθηκε εν είδει παροχής κινήτρων στον ΑΔΜΗΕ (σήμερα GSI) για να κάνει τη διασύνδεση, συμφώνως των σχετικών κανονισμών της ΕΕ, με δεδομένες τις διαβεβαιώσεις του ελληνικού κρατικού οργανισμού (που σήμερα αυτές οι διαβεβαιώσεις δεσμεύουν τον «γαλλικό» GSI) και της γαλλικής Nexans «ότι το συνολικό κόστος του έργου, που έχει καθορισθεί στα €1,939.200 εκ., δεν θα αυξηθεί πέραν του 5% µε την ολοκλήρωση της µελέτης βυθογράφησης που διεξάγει η εταιρεία Nexans Norway AS, παράλληλα µε την κατασκευή του καλωδίου, ούτε και µε την ολοκλήρωση της τελικής προσφοράς από την ανάδοχο εταιρεία για την κατασκευή των σταθµών µετατροπής».
Δηλαδή, η ΡΑΕΚ κατέγραψε στην απόφασή της την ύπαρξη γραπτών διαβεβαιώσεων από τον φορέα υλοποίησης του έργου (στα χαρτιά παραμένει ο ΑΔΜΗΕ, μέχρι να αναγραφεί ο νέος GSI) ότι το κόστος… το πολύ να αυξηθεί κατά 5%. Δεν είναι σαφές αν η διαβεβαίωση για μέχρι 5% αυξημένο κόστος αφορά τις δαπάνες και για την πόντιση του καλωδίου.
Είναι, όμως, αρκετή αυτή η διαβεβαίωση για να υποχρεώσει τον GSI να πληρώσει (χωρίς ανάκτηση από τους καταναλωτές) το όποιο πρόσθετο κόστος; Προφανώς όχι.
Από την άλλη, νομιμοποιείται η ΡΑΕΚ να θέσει θέμα νέας διαπραγμάτευσης για τον επιμερισμό του κόστους της διασύνδεσης αν αυτό εκτοξευτεί στα 2.5 ή 3 δισ.; Προφανώς ναι.
Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι και στη ρυθμιστική απόφαση CBCA (επιμερισμός κόστους στους καταναλωτές Κύπρου και Ελλάδας) υπάρχουν επιφυλάξεις της ρυθμιστικής αρχής, που προβλέπουν ότι, σε περίπτωση μεγαλύτερου κόστους, ο φορέας υλοποίησης πρέπει να λάβει τη συγκατάθεση των ρυθμιστικών Αρχών για να προχωρήσει.
Επιπλέον, τεχνοκράτες και υπηρεσιακοί με τους οποίους μιλήσαμε υποστηρίζουν πως αν στο στάδιο της (εν εξελίξει) αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) του αιτήματος του ΑΔΜΗΕ για δάνειο ενός δισ. ευρώ ή στο στάδιο της κατασκευής και πόντισης του καλωδίου διαφανεί πως το τελικό κόστος θα είναι πέραν του 1.9 δισ., είναι πιθανό να εγερθεί θέμα από τις κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας για πρόσθετη χορηγία από την ΕΕ, η οποία είχε καθοριστεί στα 658 εκατ. όταν ο προϋπολογισμός του έργου ήταν 1.4 δισ.
Τι πέρασε στην απόφαση
Στην απόφαση της ΡΑΕΚ στις 20/9/24 (με την οποία εγκρίθηκε από τον Ρυθμιστή η κυβερνητική δέσμευση για πληρωμή 5χ25 εκατ. ευρώ στον φορέα υλοποίησης μέχρι το τέλος 2029), καταγράφεται ότι λήφθηκαν υπόψη τα εξής:
- Η διαβεβαίωση της εταιρείας Nexans Norway AS µέσω του εκπροσώπου της, κ. Pascal Radue, Executive Vice -President Generation and Transmission, σε τηλεδιάσκεψη που πραγµατοποιήθηκε στις 23 Ιουλίου 2024, ότι βάσει της πολυετούς εµπειρίας που διαθέτουν, το κόστος του καλωδίου δεν αναµένεται να αυξηθεί ακόµα και αν τα αποτελέσµατα της έρευνας βυθού διαφοροποιήσουν την πορεία όδευσης του καλωδίου,
- Η διαβεβαίωση του Φορέα Υλοποίησης ΑΔΜΗΕ A.E. σε τηλεδιάσκεψη που
πραγµατοποιήθηκε στις 23 Ιουλίου 2024, ότι βάσει της πολυετούς εµπειρίας που διαθέτει, το κεφαλαιουχικό κόστος του έργου (κόστος του καλωδίου και το κόστος των σταθµών µετατροπής τάσης στην Κοφίνου και την Κορακιά) δεν αναµένεται να διαφοροποιηθεί, - Η γραπτή διαβεβαίωση του Φορέα Υλοποίησης ΑΔΜΗΕ A.E. σε επιστολή του ηµεροµηνίας 6 Αυγούστου 2024, ότι όλες οι τιµές µονάδας (καλωδίων, εργασιών -συµπεριλαµβανοµένης της έρευνας βυθού- προστασίας, κλπ) έχουν κλειδώσει µε την υπογραφή της σύµβασης µε τη Nexans Norway AS, ότι τα βασικά χαρακτηριστικά της καλωδιακής σύνδεσης έχουν
οριστικοποιηθεί σε τέτοιο βαθµό µε την ανάδοχο εταιρεία, που καθιστούν εξαιρετικά µικρή την πιθανότητα αύξησης κόστους της συγκεκριµένης εργολαβίας και, τέλος, ότι εκτιµά ότι η διακύµανση κόστους του καλωδιακού τµήµατος το έργου δεν θα ξεπεράσει το εύρος ±5%, καθώς και την αναφορά του ότι ο κίνδυνος υπέρβασης του προϋπολογισµού για τους
σταθµούς µετατροπής της Siemens παραµένει µικρός (σ.Φ αν και δεν έχει υπογραφεί ακόμα το συμβόλαιο, εξ όσων γνωρίζουμε), και την επιβεβαίωση ότι το ύψος της προσφοράς της Siemens δεν θα ξεπερνά σε καµία περίπτωση το ύψος της ενδεικτικής προσφοράς της, - Η θέση των εξωτερικών νοµικών συµβούλων της ΡΑΕΚ ότι τυχόν πρόνοια για επιβολή όρου στην παροχή κινήτρων ώστε οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος του έργου πέραν από τα €1.9 δις θα την επωµιστεί ο Φορέας Υλοποίησης, είναι γενική και αόριστη, µε τρόπο που δεν µπορεί να τεθεί σε Απόφαση της ΡΑΕΚ και ότι το εν λόγω ζήτηµα θα τυγχάνει ξεχωριστής εξέτασης κατά περίπτωση και/ή σε περίπτωση που προκύψει σχετικό αίτηµα του Φορέα για διαφοροποίηση
του κόστους.
Γιατί η ΡΑΕΚ δεν επέμεινε;
Είναι λογικό να τεθεί το εξής ερώτημα: Γιατί η ΡΑΕΚ δεν επέμεινε να δεσμεύσει μέσα από τις αποφάσεις της τον φορέα υλοποίησης του Great Sea Interconnector ότι θα επωμιστεί τις δαπάνες που θα ξεπεράσουν το 1.9 δισ.;
Η ίδια η ΡΑΕΚ, στην εν λόγω απόφασή της, έγραψε ότι «η θέση των εξωτερικών νοµικών συµβούλων της ΡΑΕΚ (σ.Φ. ήταν) ότι τυχόν πρόνοια για επιβολή όρου στην παροχή κινήτρων ώστε οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος του έργου πέραν από τα €1.9 δις θα την επωµιστεί ο Φορέας Υλοποίησης, είναι γενική και αόριστη, µε τρόπο που δεν µπορεί να τεθεί σε Απόφαση της ΡΑΕΚ και ότι το εν λόγω ζήτηµα θα τυγχάνει ξεχωριστής εξέτασης κατά περίπτωση και/ή σε περίπτωση που προκύψει σχετικό αίτηµα του Φορέα για διαφοροποίηση του κόστους».
Δηλαδή, οι εξωτερικοί νομικού σύμβουλοι απέτρεψαν μεν τη ΡΑΕΚ να επιμείνει ώστε ο ΑΔΜΗΕ και σήμερα ο GSI να φορτωθεί το όποιο πρόσθετο κόστος, αλλά την ίδια ώρα επισήμαναν πως αν τεθεί θέμα αυξημένων δαπανών πέραν του εγκριμένου προϋπολογισμού θα πρέπει να γίνει νέα διαβούλευση μεταξύ των δύο μερών (ρυθμιστές και επενδυτές). Αλλά, το αποτέλεσμα της διαβούλευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο για καμία πλευρά, ιδιαίτερα την πλευρά των ρυθμιστών και των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας.
Από την άλλη, για την καλύτερη κατανόηση του θέματος πρέπει ο αναγνώστης να έχει υπόψη ότι οι ρυθμιστικές αποφάσεις που αφορούν την ανάκτηση κεφαλαίου από τους επενδυτές και την εγγυημένη απόδοση κεφαλαίου (8.3% για 17 χρόνια, ενώ για τις επενδύσεις της ΑΗΚ είναι 4.3%, στα χαρτιά, γιατί συνήθως ανακτά λιγότερα και μόνο όταν μια επένδυση λειτουργήσει) εμπίπτουν στις οδηγίες και τους κανονισμούς της ΕΕ για παραχώρηση πρόσθετων κινήτρων στους επενδυτές που προωθούν ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι οποίες θεωρούνται επενδύσεις με θολή ή αμφισβητούμενη βιωσιμότητα χωρίς αυτά τα κίνητρα.
Η διαφωνία του αντιπροέδρου
Επιπλέον, οφείλουμε να σημειώσουμε πως στην απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2024, η ΡΑΕΚ κατέγραψε τη διαφωνία του αντιπροέδρου της. Δηλαδή, η απόφαση λήφθηκε όχι ομόφωνα, αλλά με πλειοψηφία 2-1 (Πουλλικκάς, Χατζηγεωργίου – Άλκης Φιλίππου).
Ο Αντιπρόεδρος της Ανώτερης Διοίκησης της ΡΑΕΚ, Άλκης Φιλίππου, κατέγραψε στην απόφαση ότι: «Ο Φορέας Υλοποίησης έχει την υποχρέωση να δεσµεύσει µε συµβόλαια τους εργολάβους στους οποίους θα αναθέσει έργα και να παρουσιάσει την ολοκληρωµένη εικόνα του έργου. Στα συµβόλαια αυτά θα πρέπει να αναφέρεται, µεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του έργου.
»Στην περίπτωση αυτή εκκρεµούν (α) το Συµβόλαιο µε τον εργολάβο ο οποίος θα αναλάβει την κατασκευή των υποσταθµών, διότι ο Φορέας Υλοποίησης και ο εργολάβος ακόµα διαπραγµατεύονται και (β) ενώ υπάρχει συµφωνία µε την εταιρεία που θα κατασκευάσει το καλώδιο, εντούτοις η ίδια εταιρεία δεν έχει ολοκληρώσει τη γεωφυσική µελέτη βυθογράφησης η οποία θα καταδείξει την ακριβή πορεία του καλωδίου. Αν και υπάρχουν διαβεβαιώσεις από το Φορέα Υλοποίησης και την εταιρεία κατασκευής του καλωδίου ότι µε την ολοκλήρωση των πιο πάνω εκκρεµοτήτων το συνολικό κόστος δεν θα αυξηθεί, εντούτοις στην απουσία τελικών συµβολαίων, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα το συνολικό κόστος του έργου να αυξηθεί σηµαντικά µε την ολοκλήρωση των πιο πάνω εκκρεµοτήτων.
»Επίσης, λαµβάνοντας υπόψη ότι τα κίνητρα που προσφέρονται βασίζονται στις
διαβεβαιώσεις του Φορέα Υλοποίησης ότι το κόστος δεν θα αυξηθεί, θεωρώ ότι τα κίνητρα και το συνολικό κόστος του έργου είναι συνδεδεµένα και ότι ο Φορέας Υλοποίησης θα πρέπει να αναλάβει ρητά την υποχρέωση να καλύψει οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος που αφορά αυτές τις συµβάσεις».