Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤην ακύρωση δύο πράξεων της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς στοχεύει η προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο δύο δικηγόρων και το δικηγορικό γραφείο Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και συνεταίροι ΔΕΠΕ, σε σχέση με την έρευνα για το Κράτος Μαφία.
Ζητείται η ακύρωση του μέρους της τελικής έκθεσης που διαπιστώνει ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς κατά ενός εκάστους των αιτητών και ακύρωση της απόφασης του Επιτρόπου Διαφάνειας για δημοσίευση της έκθεσης. Η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 28 Αυγούστου από το δικηγορικό γραφείο Άντης Τριανταφυλλίδης & υιοί ΔΕΠΕ εκ μέρους των δικηγόρων Στάθη Λεμή, Θεοφάνη Φιλίππου και το δικηγορικό γραφείο Νίκος Αναστασιάδης & συνεταίροι ΔΕΠΕ και επιδόθηκε πρόσφατα στα μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και στον Επίτροπο Διαφάνειας Χάρη Πογιατζή. Συνοδεύεται από το κύριο μέρος και δύο παραρτήματα, ένα την απόφαση της Αρχής με το μέρος του πορίσματος και το άλλο τα στοιχεία που στάλθηκαν στο χρηματιστήριο του Λονδίνου.
Συγκριμένα, σύμφωνα με την προσφυγή οι τρεις αιτητές ζητούν:
Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη της καθ’ ης η αίτηση 1 (Ανεξάρτητης Αρχής) με την οποία αποφάσισε να υιοθετήσει και να εγκρίνει μέρος της Τελικής Έκθεσης των Λειτουργών Επιθεώρησης και διαπίστωσε ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς από μέρους έκαστου αιτητή και συγκεκριμένα το ποινικό αδίκημα της Εμπορίας επηρεασμού και το ποινικό αδίκημα της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της οποίας οι αιτητές έλαβαν γνώση μέσω Ανακοίνωσης της καθ’ ης η αίτηση 1 ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2026 -Παράρτημα 1 στην παρούσα- είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα.
Β. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη του καθ’ ου η αίτηση 2 (Επίτροπου Διαφάνειας) να εγκρίνει την άρση της απαγόρευση δημοσιοποίησης πληροφοριών οι οποίες λήφθηκαν από την καθ’ ης η αίτηση 1 καθώς και η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση 1 να εκδώσει την Ανακοίνωση Αναφορικά με τα Αποτελέσματα της Έρευνας για το Βιβλίο «Κράτος Μαφία», ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2026 είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα.
Όπως υποστηρίζεται, η αίτηση βασίζεται επί των ακόλουθων νομικών σημείων:
– Η επίδικη απόφαση είναι αντίθετη με το Νόμο, το Σύνταγμα, τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωση, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ενωσιακό δίκαιο και τις γενικές αρχές του, τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου και τη Νομολογία.
– Η επίδικη απόφαση και/ή οι προπαρασκευαστικές αυτής πράξεις είναι αντίθετη με το Σύνταγμα και/ή είναι παράνομη και στηρίχθηκε σε εσφαλμένη και πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου.
– Η επίδικη απόφαση και/ή οι προπαρασκευαστικές αυτής πράξεις είναι αντίθετες με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ο «ΓΚΠΔ») και τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων Αυτών Νόμων.
– Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει καθότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν αναρμοδίως και/ή υπό πλάνη αναφορικά με την έκταση των αρμοδιοτήτων που τους απονέμει ο Νόμος και/ή καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους και/ή υπό νομική πλάνη και/ή αντίθετα με τα άρθρα 6(2), 7, 9 και 14 του Νόμου και/ή εσφαλμένα δεν περιορίστηκαν σε συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών στο πλαίσιο της διοικητικής φύσεως αποστολής τους, ούτε και περιορίστηκαν σε παραπομπή δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου μιας πιθανής παράνομης συμπεριφοράς στις αρμόδιες Αρχές, αλλά κατέληξαν σε ευρήματα γεγονότων, προχώρησαν σε αξιολόγηση ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης και διαπίστωσαν βάσει χαμηλότερου αποδεικτικού επιπέδου από αυτό που αρμόζει σε ποινικά αδικήματα, τα πραγματικά και νομικά στοιχεία συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων καταλογίζοντας στους αιτητές και την ενδεχόμενη διάπραξη τους.
«Η απόφαση είναι αντίθετη με το τεκμήριο της αθωότητας»
Αποδίδεται επίσης στην Αρχή ότι πεπλανημένα και χωρίς τη δέουσα έρευνα αγνόησε και/ή δεν διερεύνησε δεόντως όλα τα σχετικά δεδομένα από τα οποία επιβεβαιωνόταν ότι ουδεμία πράξη ενδεχόμενης διαφθοράς υπήρχε από μέρους των αιτητών και/ή εσφαλμένα και/ή αναρμοδίως και/ή πεπλανημένα προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνοντας ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα από μέρους των αιτητών.
Αναφέρεται επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη με το τεκμήριο της αθωότητας και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 12(4) του Συντάγματος, του άρθρου 6(2) της ΕΣΔΑ και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή τα «ευρήματα» και «αδικήματα» που καταγράφονται σε αυτήν σε σχέση με τους αιτητές και/ή οι αναφορές περί ευθυνών τους, δεν συνάδουν με και/ή παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητας και/ή τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο και ειδικότερα αλλά όχι αποκλειστικά τα άρθρα 3 A, 3Β, 3Γ αυτού.
Η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή οι προπαρασκευαστικές αυτής πράξεις λήφθηκαν σε διαδικασία που εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της νομιμότητας, της φυσικής δικαιοσύνης και/ή της αμεροληψίας καθότι ο ορισμός και το εννοιολογικό περιεχόμενο που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου στον όρο πράξεις διαφθοράς σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 6(2), 7, 9 και 14 του Νόμου παραβιάζει τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
Υποστηρίζεται ακόμα ότι η άρση της απαγόρευσης δημοσιοποίησης πληροφοριών είναι αντίθετη με τον Νόμο και/ή τον Κανονισμό 15 της ΚΔΠ 483/2022 και/ή το άρθρο 8 και 6 της ΕΣΔΑ και/ή το άρθρο 30 του Συντάγματος και/ή τις αρχές της δίκαιης δίκης και/ή τα άρθρα 15 και/ή 17 του Συντάγματος.
Αποδίδεται επίσης στην Αρχή κατά της Διαφθοράς ότι προχώρησε σε διαπιστώσεις για την ύπαρξη συγκεκριμένων ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων από μέρους των αιτητών τις οποίες μάλιστα δημοσιοποίησαν χωρίς προηγουμένως να δοθεί το δικαίωμα στους αιτητές να τοποθετηθούν και να υποβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τα όσα καταγράφονταν στην Έκθεση των Λειτουργών Επιθεώρησης που τους αφορούσαν.
Αναφορά στο χρηματιστήριο του Λονδίνου
Η αίτηση των τριών, σύμφωνα με την προσφυγή, βασίζεται επί των ακολούθων γεγονότων:
Αφού η Αρχή διέταξε έρευνα και διόρισε λειτουργούς επιθεώρησης για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», εξέδωσε στη συνέχεια ανακοίνωση στις 16 Ιουνίου 2026, η οποία έλαβε ευρεία δημοσιότητα και αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και σχολιασμού στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποδίδοντας στους αιτητές ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες. Οι αιτητές έκτοτε αποτελούν αντικείμενο σχολιασμού και αναφορών που πλήττουν την επαγγελματική τους υπόσταση, τη φήμη και την εξαίρετη επαγγελματική τους εικόνα και υφίστανται ως εκ τούτου δυσμενείς επιπτώσεις και στην επαγγελματική τους δραστηριοποίηση.
Μάλιστα, όπως υποστηρίζεται, η προσβαλλόμενη απόφαση των καθ’ ων η αίτηση έχει καταχωρηθεί και στην υπηρεσία βάσης δεδομένων και ελέγχου κινδύνου LSEG World -Check One της LSEG (London Stock Exchange Group), η οποία χρησιμοποιείται ευρέως από τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλες επιχειρήσεις και στην οποία πλέον παρουσιάζεται ως στοιχείο που συνδέεται με τη βιογραφία των αιτητών η συγκεκριμένη απόφαση των καθ’ ων η αίτηση και η διαπίστωση περί δήθεν εμπλοκής των αιτητών σε ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα διαφθοράς.