Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Κύπρος παραβίασε το δικαίωμα Μαροκινού αιτητή ασύλου στην ελευθερία, κρατώντας τον για 13½ μήνες για λόγους εθνικής ασφάλειας, έκρινε χθες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι η κράτησή του δεν συνδεόταν επαρκώς με την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα και διήρκεσε περισσότερο από όσο ήταν εύλογα αναγκαίο για τον σκοπό αυτό. Οι πληροφορίες στις οποίες στηρίζονταν οι υποψίες εις βάρος του παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ δεν είχε σημειωθεί πρόοδος στη δικαστική εξέταση της υπόθεσης ασύλου.
Με ομόφωνη απόφαση που εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου, το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα, ο οποίος αναφέρεται ως K.A., αποζημίωση €5.000 για ηθική βλάβη. Απέρριψε, ωστόσο, το χωριστό παράπονό του ότι η μη γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων δεν του επέτρεψε να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τη νομιμότητα της κράτησής του.
Ο K.A. παρέμεινε στον Χώρο Κράτησης Μενόγειας από τις 10 Ιανουαρίου 2019 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2020. Η απόφαση του ΕΔΔΑ είναι οριστική.
Οι αρχές τον έθεσαν υπό κράτηση την ημέρα που υπέβαλε αίτηση ασύλου, αφού υπηρεσία άλλης χώρας που συνεργαζόταν με τις κυπριακές αρχές τον είχε καταχωρίσει ως ύποπτο «κατηγορίας Β». Η κατηγορία αυτή αφορούσε πρόσωπα ύποπτα για επιχειρησιακή δράση προς υποστήριξη τρομοκρατικής ομάδας.
Μετά τη συνέντευξή του από μέλη της Αστυνομίας και της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, οι μεταναστευτικές αρχές εξέδωσαν διάταγμα κράτησής του για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Σύμφωνα με την προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, είχε εισέλθει στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων τον Δεκέμβριο του 2018. Σε καμία από τις δύο αποφάσεις δεν κατονομάζεται η ξένη υπηρεσία ή η τρομοκρατική ομάδα, ούτε αναφέρεται καταδίκη του για τρομοκρατικό αδίκημα.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι κυπριακές αρχές δεν προσδιόριζαν με σαφήνεια τον σκοπό της κράτησης. Οι μεταναστευτικές αρχές και το Διοικητικό Δικαστήριο επικαλούνταν επανειλημμένα την εθνική ασφάλεια ως αυτοτελή λόγο κράτησης, ενώ άλλες αρχές και το Ανώτατο Δικαστήριο συνέδεαν την κράτηση με την εξέταση της αίτησής του για άσυλο.
Η Υπηρεσία Ασύλου τον είχε αναγνωρίσει ως πρόσφυγα τον Απρίλιο του 2019, αλλά ανακάλεσε το καθεστώς πρόσφυγα για λόγους εθνικής ασφάλειας και απέρριψε την αίτησή του για διεθνή προστασία. Η απόφαση επικυρώθηκε τον Ιούλιο του 2019, κατόπιν διοικητικής προσφυγής του. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σημείωσε ότι μετά τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών δεν πραγματοποιήθηκαν άλλες συνεντεύξεις για την αίτηση ασύλου. Κατά την επανεξέταση της συνέχισης της κράτησής του, οι μεταναστευτικές αρχές δεν στηρίχθηκαν σε νέα στοιχεία ούτε αναζήτησαν πρόσθετες πληροφορίες. Επίσης, δεν προέκυπτε ότι έγιναν ενέργειες για να προχωρήσει η υπόθεση μετά την προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι η κράτησή του δεν συνδεόταν επαρκώς με την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα. Έκρινε ότι η διάρκειά της, 13½ μήνες, υπερέβαινε τον χρόνο που ήταν εύλογα αναγκαίος για τον σκοπό αυτό, καθώς δεν είχε καταδειχθεί ιδιαίτερη πολυπλοκότητα της αίτησης ασύλου και δεν είχε σημειωθεί πρόοδος στη δικαστική εξέτασή της.
Ως εκ τούτου, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία.
Ο K.A. είχε προσβάλει το αρχικό διάταγμα κράτησης ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του στις 22 Απριλίου 2019. Το δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώρισή του σε ξένη βάση δεδομένων ως υπόπτου για τρομοκρατία αρκούσε για να δικαιολογήσει την κράτηση και ότι λιγότερο περιοριστικά μέτρα δεν θα προστάτευαν αποτελεσματικά την εθνική ασφάλεια.
Στη συνέχεια, υπέβαλε χωριστές αιτήσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο, αμφισβητώντας τη διάρκεια της κράτησής του. Η πρώτη απορρίφθηκε τον Αύγουστο του 2019, αλλά η δεύτερη έγινε δεκτή στις 24 Φεβρουαρίου 2020.
Το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την απελευθέρωσή του, αφού διαπίστωσε ότι το κράτος δεν είχε προσκομίσει ούτε το υλικό που είχε προηγουμένως εξετάσει το Διοικητικό Δικαστήριο ούτε ουσιαστικά στοιχεία που να στηρίζουν την τελευταία απόφαση για συνέχιση της κράτησης. Χωρίς αυτά, δεν μπορούσε να αξιολογήσει κατά πόσο εξακολουθούσαν να υφίστανται οι λόγοι κράτησής του.
Η εξέταση της έφεσής του κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου του Απριλίου 2019 συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωσή του. Η έφεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τον Οκτώβριο του 2024.
Ως προς το παράπονό του για τα απόρρητα στοιχεία, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 § 4, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της κράτησης.
Έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί για τη νομική βάση και τους λόγους της κράτησής του, είχε λάβει γνώση σχετικών στοιχείων του διοικητικού φακέλου και είχε τη δυνατότητα, μέσω της δικηγόρου του, να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς που του είχαν γνωστοποιηθεί. Το Διοικητικό Δικαστήριο, ως ανεξάρτητο δικαστικό όργανο, είχε πρόσβαση στα απόρρητα έγγραφα.
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι ο προσφεύγων είχε επαρκή δυνατότητα να αναπτύξει τις θέσεις του ενώπιον των δικαστηρίων.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο K.A. διαμένει πλέον στην επαρχία Λάρνακας, σε διεύθυνση γνωστή στις αρχές. Κατά τον χρόνο εξέτασης της υπόθεσης από το ΕΔΔΑ, η προσφυγή του κατά της απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας εξακολουθούσε να εκκρεμεί.