Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣοβαρά κενά στους κρατικούς ελέγχους των ιατροτεχνολογικών προϊόντων καταγγέλλουν οι ίδιοι οι εισαγωγείς τους, την ώρα που τα νοσηλευτήρια κάνουν λόγο για σοβαρές στρεβλώσεις στους ελέγχους στις δομές παροχής υπηρεσιών υγείας.
Με απλά λόγια, και όπως αναφέρθηκε κατά τη χθεσινή συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής επιτροπής Υγείας, τα νοσηλευτήρια που διαθέτουν άδεια λειτουργίας ελέγχονται συστηματικά, ενώ χώροι στους οποίους διενεργούνται ιατρικές πράξεις χωρίς αντίστοιχη αδειοδότηση ελλείψει νομοθεσίας, για παράδειγμα τα λεγόμενα κέντρα ευεξίας, δεν υπόκεινται σε κανένα έλεγχο.
Το υπουργείο Υγείας ετοιμάζει νομοθεσία προκειμένου να καλύψει τα κενά, έχοντας στόχο τη δημιουργία ολοκληρωμένου συστήματος εποπτείας και μητρώου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, για τον τομέα της υγείας γενικά και για τα κέντρα ευεξίας ειδικότερα.
Στο μικροσκόπιο της κοινοβουλευτικής επιτροπής Υγείας οι υπηρεσίες «ευεξίας» που προσφέρονται στην Κύπρο από κέντρα τα οποία αυτοαποκαλούνται «ιατρικά» χωρίς να κατέχουν ανάλογη άδεια αλλά και οι έρευνες της Αστυνομίας και του υπουργείου Υγείας στο γνωστό πλέον Ιατρικό κέντρο στη Λάρνακα.
«Δεχόμαστε περισσότερους ελέγχους από τους προμηθευτές μας παρά από το ίδιο το κράτος», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μιχάλης Ποταμίτης, εκπροσωπώντας τον Σύνδεσμο Αντιπροσώπων Ιατρικού και Επιστημονικού Εξοπλισμού Κύπρου.
Κατήγγειλε ότι η αρμόδια κρατική υπηρεσία είναι υποστελεχωμένη και αδυνατεί να πραγματοποιήσει όλους τους αναγκαίους ελέγχους, ενώ επισήμανε ότι δεν προβλέπεται σε όλες τις περιπτώσεις αδειοδότηση των εισαγωγέων και προμηθευτών, όπως συμβαίνει στον τομέα των φαρμάκων.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΙΝ, Μάριος Καραϊσκάκης, έθεσε ζήτημα άνισης εποπτείας, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί ο έλεγχος να περιορίζεται στα αδειοδοτημένα νοσηλευτήρια, όταν ιατρικές πράξεις πραγματοποιούνται και σε άλλους χώρους. Ζήτησε να εξετάζεται τι πραγματικά γίνεται μέσα σε κάθε υποστατικό, ανεξάρτητα από το πώς αυτό χαρακτηρίζεται ή εάν διαθέτει κλίνες νοσηλείας.
Οι παρεμβάσεις αυτές ανέδειξαν ένα ευρύτερο πρόβλημα που περιέγραψε και ο Συνήγορος του Ασθενούς, Μάριος Χαραλαμπίδης: επτά ή οκτώ διαφορετικοί φορείς μοιράζονται τις αρμοδιότητες ελέγχου, χωρίς να διασφαλίζεται ενιαία εποπτεία της ασφάλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Δύο καταγγελίες για το κέντρο στη Λάρνακα
Σύμφωνα με εκπρόσωπο του υπουργείου Υγείας, στο συγκεκριμένο κέντρο πραγματοποιούνταν πλασμαφαιρέσεις με έξι μηχανήματα, χωρίς ο χώρος να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε, σύμφωνα με το Υπουργείο, ότι οι δύο γιατροί που είχαν την ευθύνη δεν διέθεταν την απαιτούμενη ειδικότητα.
Ο εκπρόσωπος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας, Γιώργος Χαραλάμπους, ανέφερε ότι για την υπόθεση υποβλήθηκαν δύο καταγγελίες, το 2023 και στις 14 Ιανουαρίου 2026. Η πρώτη διερευνήθηκε και διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία, ενώ η διερεύνηση της δεύτερης βρίσκεται στο τελικό στάδιο.
Όπως εξήγησε, το βασικό νομικό ζήτημα αφορά το κατά πόσο ο χώρος εμπίπτει στον ορισμό του νοσηλευτηρίου και συνεπώς απαιτείται σχετική άδεια λειτουργίας.
Από το υπουργείο Υγείας διευκρινίστηκε ότι, έπειτα από παρεμβάσεις και επανειλημμένους ελέγχους, το κέντρο ανέστειλε οικειοθελώς τη λειτουργία του.
Ο ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός του, πάντως, ήταν εγκεκριμένος, γεγονός που αναδεικνύει τη διάκριση μεταξύ της καταλληλότητας ενός μηχανήματος και της νομιμότητας λειτουργίας του χώρου στον οποίο χρησιμοποιείται.
Δεν έχουν αρμοδιότητα παρεμβάσεων
Τα ζητήματα που προκύπτουν από τη λειτουργία του συγκεκριμένου κέντρου, αλλά και τα ευρύτερα κενά στην εποπτεία των ιατρικών πράξεων, έθεσαν και οι εκπρόσωποι των θεσμικών οργάνων των γιατρών.
Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), Πέτρος Αγαθαγγέλου, ζήτησε σαφή καθορισμό των αρμοδιοτήτων, των διαδικασιών διερεύνησης παραβάσεων και των μηχανισμών επιβολής κυρώσεων. Έθεσε επίσης ζήτημα ελέγχου της προμήθειας, εγκατάστασης και χρήσης ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού.
Από πλευράς Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου (ΙΣΚ), ο Μιχάλης Ροβανιάς εξήγησε ότι ο έλεγχος των προσόντων και της εγγραφής των γιατρών αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία, με τις δυνατότητες παρέμβασης του Συμβουλίου να περιορίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις από τη νομοθεσία.