Ο Αντ. Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά, όπως υπογράφει, θυμάται τα παιδικά του χρόνια στην Κερύνεια.
Τώρα που μπαίνουμε στο Νοέμβριο, μήνα κατά τον οποίο εορτάζουμε τη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, στις 30 του μήνα, δεν θα μπορούσε να μην έρθει στη μνήμη μου, η διαδικασία και οι προετοιμασίες για τη γιορτή, με πρωταγωνίστρια τη μακαριστή μητέρα μου,  Έλλη…
Θα έφερνε μια γυναίκα να καθάριζε το σπίτι «που γωνιάς», όπως έλεγε. Πατώματα, έπιπλα, να καθαριστούν, «φοινίτζισμα», στις  ψηλές γωνίες των τοίχων -το σπίτι μας ήταν ψηλοτάβανο- ακόμη και στίλβωμα όλων των ασημικών που βρίσκονταν στη γυάλινη βιτρίνα στη σάλα. Έτσι αποκαλούσαμε, το πιο επίσημο σαλόνι, που άνοιγε, μόνο 2-3 φορές το χρόνο. Δηλαδή, στις 30 Νοέμβρη, εορτή της Άντρης, της μεγάλης μας αδερφής, τα Χριστούγεννα και όποτε ερχόταν να μας επισκεφτεί ο τατάς μου (νονός μου), μακαριστός Κώστας Παρασκευαΐδης, γνωστός, εξαίρετος  γυναικολόγος της Λευκωσίας…
Την ημέρα λοιπόν, που είχε την ονομαστική της εορτή η Άντρη μας, ευωδίαζε όλο το σπίτι από μιαν υπέροχη, αξέχαστη μυρωδιά από τριαντάφυλλα. Ροζ, λευκά, κόκκινα, τα έβλεπες σε μεγάλα βάζα τοποθετημένα στον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στο επίσημο σαλόνι! Ενθυμούμαι, ακόμη την εξαίσια μυρωδιά από τα λεγόμενα παστίτσια -είχα να δοκιμάσω από το ’74 που φύγαμε κυνηγημένοι από τα άρματα μάχης Μ48 του Αττίλα- από την Κερύνεια, καταφεύγοντας στην ελληνική πρωτεύουσα, όπως εκατοντάδες συμπατριώτες μας. Δοκίμασα πρόσφατα, από ένα ζαχαροπλαστείο της Λεμεσού… Και όλες οι αναμνήσεις να έρχονται ως ψιλή βροχούλα, ως φθινοπωρινό αεράκι, να μου θυμίζουν τις υπέροχες μέρες στη γενέθλια πόλη του Κηφέα και του Πράξανδρου!
Όταν κάποιες φορές βρισκόταν στο σπίτι και ο μακαριστός πατέρας μου και δεν τον είχαν φωνάξει κάπου, για να φροντίσει κάποιον γέροντα ή άλλο ασθενή (δεν είχε στάνταρ ωράριο ο ιατρός πατέρας μου), θα στεκόταν με το ωραίο καφετί κοστούμι του, στην είσοδο, στη μεγάλη σκαλιστή εξώθυρα με το χάλκινο χτυπητήρι και θα υποδεχόταν μαζί με τν μητέρα μου, τους συνκερυνειώτες φίλους μας.
Αξιότιμες κυρίες, φίλες της μητέρας μου, θα έρχονταν να ευχηθούν για τη γιορτή της αδελφής μου. Ποιαν να πρωτοθυμηθώ; Την κυρία Ηρώ Σίμου Σχίζα; Την κυρία Λητώ; Την κ. Μαρούλλα Έλληνα; Την κ. Λυδία; Την κ. Αγνή Ζάρη; Διαβάζω στις σελίδες του Τύπου και διαπιστώνω ότι μια-μια εμακαρίσθησαν όλες. Μια περίεργη θλίψη μού δημιουργεί έναν κόμπο στον λαιμό…
Οι παλιοί Τζερυνειώτες φεύγουν, ένας-ένας, η ψυχή της πόλης χάνεται, εξαφανίζεται σιγά-σιγά, σαν ένα σύννεφο που γίνεται υγρή βροχή, τα βράδια του φθινοπώρου και ποτίζει τα καταπατημένα από τον Αγαρηνό κερυνειώτικα χώματα…
Και με πιάνει ένα παράπονο, μια απίστευτη μελαγχολική διάθεση, γιατί, όπως συνήθιζε να λέει η μακαριστή γιαγιά μου, η Άννα: «Ο άθρωπος εν ο τόπος, γιε μου…Τζαι ο τόπος, χωρίς τον άθρωπον, εν γέρημος!».
Όλοι οι Κερυνειώτες, μηδενός εξαιρουμένου, επιθυμούμε και αξιούμεν από τον πολιτειακό άρχοντα, δηλ. τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, που χειρίζεται το εθνικό μας θέμα, να μην ξεχνά την Κερύνεια. Να έχει πάντα κατά νουν ότι όσο ζει ακόμη και ένας Τζερυνειώτης, δεν πρόκειται να απεμπολήσει την πόλη που τον γέννησε! Νόθες λύσεις, που δεν δικαιώνουν τον Ελληνοκύπριο συμπολίτη μας, τον Κερυνειώτη που ελπίζει, που αγωνίζεται, δεν θα γίνουν ποτέ αποδεκτές από κανέναν μας!