Αυτεπάρκεια και δη, σε υψηλά επίπεδα διαφόρων τομέων που αφορούν την επαγγελματική τους παρουσία εντός των σχολικών αιθουσών, δηλώνει η πλειονότητα των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα όσοι έχουν αρκετά χρόνια εκπαιδευτικής παρουσίας και εμπειρίας. Αυτή είναι η βασική εικόνα που προκύπτει από τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης διεθνούς έρευνας TALIS 2024, η οποία εξετάζει σε βάθος τις απόψεις και τις εργασιακές συνθήκες των εκπαιδευτικών.

Σημειώνεται ότι στην κύρια φάση της έρευνας που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2024, με τη συμμετοχή όλων των δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, Γυμνασιακού Κύκλου (100 σχολεία), από κάθε σχολική μονάδα (Γυμνάσια) επιλέγηκαν οι διευθυντές, συνολικά 100. Στη συνέχεια, επιλέγηκαν με τυχαία δειγματοληψία περίπου 20 εκπαιδευτικοί από κάθε σχολική μονάδα. Σε σχολεία με λιγότερους από 30 εκπαιδευτικούς επιλέγηκαν όλοι/όλες. Στην έρευνα συμμετείχαν τελικά 99 διευθυντές και 1.793 εκπαιδευτικοί. Στα αποτελέσματα που ακολουθούν περιλαμβάνονται μόνο οι απόψεις των εκπαιδευτικών, καθώς εκείνες των διευθυντών θα δημοσιευθούν εντός του 2026. Την υλοποίηση της έρευνας στην Κύπρο ανέλαβε εκ μέρους του υπουργείου Παιδείας, το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης (ΚΕΕΑ) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Αναφορικά με τα αποτελέσματα, μεταξύ άλλων είναι:

>> Στο κεφάλαιο «Αυτεπάρκεια Εκπαιδευτικών», η πλειονότητα των εκπαιδευτικών (πέραν του 80%) στην Κύπρο δηλώνει υψηλή αυτεπάρκεια στα περισσότερα θέματα διδασκαλίας, αξιολόγησης και διαχείρισης των μαθητών. Υψηλότερη αυτεπάρκεια δήλωσαν στο να παρέχουν εναλλακτικές επεξηγήσεις (για παράδειγμα, όταν οι μαθητές είναι συγχυσμένοι, με ποσοστό 96,3%), ενώ χαμηλότερη στη μείωση των αποκλίσεων στην επίδοση μεταξύ των μαθητών (68,7%). Η αυτεπάρκεια των Κύπριων εκπαιδευτικών φάνηκε να σχετίζεται με τη διδακτική τους εμπειρία, εφόσον εκπαιδευτικοί με περισσότερα από δέκα χρόνια εμπειρίας δήλωσαν υψηλότερα επίπεδα αυτεπάρκειας από τους συναδέλφους τους με λιγότερα από πέντε χρόνια εμπειρίας.

Σε σχέση με τη διδασκαλία σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα, στην πλειονότητά τους οι εκπαιδευτικοί (πέραν του 80%) αισθάνονται σίγουροι ότι μπορούν να διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ παιδιών με διαφορετικό πολιτισμικό/ εθνοτικό υπόβαθρο, να μειώσουν τα εθνοτικά στερεότυπα μεταξύ τους και να τα ευαισθητοποιήσουν σχετικά με τις πολιτισμικές διαφορές. Μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η κριτική εξέταση του αναλυτικού προγράμματος για να προσδιοριστεί εάν αυτό ενισχύει αρνητικά πολιτισμικά στερεότυπα (67,0%). 

Ως προς την εφαρμογή συμπεριληπτικών πρακτικών για παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, οι εκπαιδευτικοί δήλωσαν υψηλά επίπεδα αυτεπάρκειας σε χαμηλότερα ποσοστά (μικρότερα του 71%), ενώ ως μεγαλύτερες προκλήσεις αναγνωρίστηκαν η συνεργασία με άλλους επαγγελματίες για τον σχεδιασμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων (44,9%), η προσαρμογή εθνικών αξιολογήσεων (49%), η εμπλοκή των γονέων/ κηδεμόνων στις σχολικές δραστηριότητες των παιδιών τους (39,4%) και η ενημέρωση άλλων που ενδέχεται να γνωρίζουν ελάχιστα για τη νομοθεσία και την πολιτική σχετικά με τη συμπερίληψη παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (38,5%).

>> «Πρακτικές Διδασκαλίας»: Οι διδακτικές πρακτικές που εφαρμόζουν πιο συχνά οι εκπαιδευτικοί (πέραν του 90%) είναι η στοχοθέτηση στην αρχή του μαθήματος, η παροχή εξηγήσεων στους μαθητές για το τι αναμένεται να μάθουν, η συσχέτιση των καινούργιων με τα παλιά θέματα και η παρουσίαση μιας περίληψης του περιεχομένου. Λιγότερο συχνά φαίνεται να εφαρμόζουν πρακτικές που συμβάλουν στη γνωστική ενεργοποίηση των παιδιών, όπως η ανάθεση εργασιών για τις οποίες δεν υπάρχει προφανής λύση (33,8%) ή που απαιτούν κριτική σκέψη (69,6%), το να ζητούν από τους μαθητές να αποφασίσουν μόνοι τους τις διαδικασίες για επίλυση περίπλοκων εργασιών (46,1%) ή η ανάθεση εργασίας σε μικρές ομάδες για εξεύρεση κοινής λύσης σε κάποιο πρόβλημα/ εργασία (43,1%). Σημειώνεται ότι η ανάθεση εργασιών που χρειάζονται τουλάχιστον μία εβδομάδα να ολοκληρωθούν, φαίνεται να είναι η πρακτική που εφαρμόζει το χαμηλότερο ποσοστό των εκπαιδευτικών (25,6%).

Επίσης, προκύπτει ότι οι εκπαιδευτικοί αφιερώνουν κατά μέσο όρο 74,4% του διδακτικού χρόνου στη διδασκαλία και μάθηση και τον υπόλοιπο χρόνο σε διοικητικά καθήκοντα (8,7%) και στη διατήρηση της πειθαρχίας στην τάξη (15,8%). Κι εδώ, επίσης, διαφάνηκε πως οι εκπαιδευτικοί με περισσότερα από δέκα χρόνια διδακτικής εμπειρίας και οι εκπαιδευτικοί με υψηλά επίπεδα αυτεπάρκειας στη διδασκαλία αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στην τήρηση της τάξης στην αίθουσα διδασκαλίας και περισσότερο χρόνο στη διδασκαλία και μάθηση.

Πώς τοποθετούνται οι εκπαιδευτικοί για την αταξία και τον θόρυβο εντός σχολικών αιθουσών

Ένα άλλο, εξίσου ενδιαφέρον εύρημα της TALIS 2024, αφορά την πειθαρχία μέσα στην τάξη. Συγκεκριμένα, ποσοστό χαμηλότερο του 20% των εκπαιδευτικών συμφωνεί ότι στην τάξη του υπάρχει πολύς ενοχλητικός θόρυβος και αταξία (17,7%), πρέπει να περιμένει πολύ για να ησυχάσουν οι μαθητές του (12,5%), αρκετά παιδιά δεν αρχίζουν να εργάζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη του μαθήματος (16,2%) και χάνεται πολύς χρόνος, γιατί τα παιδιά διακόπτουν το μάθημα (16%). Και εδώ, οι πιο έμπειροι εκπαιδευτικοί, δήλωσαν πως στην τάξη τους υπάρχουν λιγότερο συχνά θέματα πειθαρχίας. Επίσης, οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν σε σχετική επιμόρφωση είναι πιο πιθανόν να επιτύχουν τη διαχείριση της συμπεριφοράς των μαθητών.

Αναφορικά με τον βαθμό επίτευξης συγκεκριμένων στόχων σε σχέση με τη διδασκαλία, που σχετίζονται με τη σαφήνεια της διδασκαλίας, τη γνωστική ενεργοποίηση, την ανατροφοδότηση, την εμπέδωση της νέας γνώσης, την προσαρμογή της διδασκαλίας στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών, την υποστήριξη της κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης των μαθητών και τη διαχείριση της τάξης, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών (πέραν του 80%) δήλωσε ότι επιτυγχάνει τους πιο πάνω στόχους, εκτός από τον στόχο για υποστήριξη της κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης των παιδιών, ο οποίος επιτυγχάνεται σε μικρότερο βαθμό (74,6%). Επίσης, διαφάνηκε πως εκπαιδευτικοί με περισσότερα από δέκα χρόνια διδακτικής εμπειρίας και οι εκπαιδευτικοί με σχετική επιμόρφωση είναι πιο πιθανόν να επιτύχουν το συγκεκριμένο στόχο.

>> «Πρακτικές Αξιολόγησης των Μαθητών»: Οι πρακτικές αξιολόγησης που αξιοποιεί πιο συχνά η πλειονότητα των εκπαιδευτικών είναι η παροχή προφορικής ή γραπτής ανατροφοδότησης για επισήμανση περιοχών βελτίωσης, η παρατήρηση των παιδιών όταν εργάζονται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες και παροχή άμεσης ανατροφοδότησης και η αξιοποίηση της αξιολόγησης για εξέταση κατά πόσον αυτά έχουν μάθει το υλικό που παρουσιάστηκε. Οι πρακτικές που αξιοποιούν λιγότερο συχνά είναι το να δίνουν μία βαθμολογία (π.χ. αριθμητική βαθμολογία) για να κοινοποιήσουν στους μαθητές πώς απέδωσαν σε σχέση με τους συμμαθητές τους (48,4%) ή το να ζητούν από τα παιδιά να αξιολογήσουν τα ίδια την πρόοδό τους (45,5%).

Όσον αφορά τα δεδομένα που έχουν προκύψει από την έρευνα, αναφέρεται πως το υπουργείο Παιδείας θα τα αξιοποιήσει με στόχο την εφαρμογή δράσεων και την καθιέρωση πολιτικών που θα συμβάλουν στη βελτίωση της διδασκαλίας και μάθησης, στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ψηφιακών πόρων και εργαλείων στην εκπαίδευση και στην ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων επαγγελματικής μάθησης.