Η ειδική εκτέλεση σύμβασης αποτελεί μία από τις ισχυρότερες και πιο παρεμβατικές θεραπείες του δικαίου της επιείκειας, καθώς δεν περιορίζεται στην αποζημίωση αλλά οδηγεί στην ίδια την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Η σημασία της είναι ιδιαίτερη στις συμβάσεις που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία, όπου η χρηματική ικανοποίηση σπανίως θεωρείται επαρκής θεραπεία. Το νομικό ερώτημα, ωστόσο, αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον όταν η σύμβαση δεν στηρίζεται σε οικονομική αντιπαροχή αλλά σε οικογενειακές σχέσεις και δωρεά.
Η κοινή αντίληψη αντιμετωπίζει τέτοιες συμφωνίες ως χαλαρές ή ηθικές δεσμεύσεις. Το κυπριακό δίκαιο, όμως, και ειδικότερα ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149, δεν υιοθετεί αυτή την προσέγγιση. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ορισμένες συμφωνίες χωρίς αντάλλαγμα μπορούν να είναι έγκυρες και, υπό προϋποθέσεις, να τύχουν ακόμη και ειδικής εκτέλεσης.
Το νομικό πλαίσιο
Το άρθρο 25(1)(α) του περί Συμβάσεων Νόμου προβλέπει ότι συμφωνία χωρίς αντάλλαγμα δεν είναι άκυρη όταν καταρτίζεται εγγράφως και βασίζεται στην αγάπη και στοργή μεταξύ προσώπων που συνδέονται στενά. Η διάταξη αυτή αποδίδει νομική ισχύ σε συμφωνίες που συχνά θεωρούνται απλές οικογενειακές διευθετήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι φέρουν τα χαρακτηριστικά σοβαρής και δεσμευτικής σύμβασης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Π.Ε.8445 έκρινε ότι η συγγενική σχέση μεταξύ αδελφών είναι αρκετά στενή, ώστε να δύνανται να συνάψουν σύμβαση, δυνάμει του άρθρου 25(1)(α). Το ίδιο όμως δεν ισχύει με τους πρώτους εξάδελφους, οι οποίοι δεν θεωρούνται ότι τελούν σε στενή συγγένεια.
Παράλληλα, το άρθρο 76 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει ειδική εκτέλεση, ιδίως όταν το αντικείμενο της σύμβασης αφορά ακίνητη ιδιοκτησία και η αποζημίωση δεν αποτελεί επαρκή θεραπεία. Ο συνδυασμός των δύο αυτών διατάξεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερο νομικό πεδίο, στο οποίο η δωρεά χωρίς αντάλλαγμα μπορεί να καταστεί δικαστικά επιβεβλημένη.
Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας
Ακριβώς αυτά τα ζητήματα κλήθηκε να εξετάσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με απόφασή του ημερ.23.01.2026. Η υπόθεση αφορούσε έγγραφη συμφωνία χωρίς αντιπαροχή, με αντικείμενο τη μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου σε ακίνητη περιουσία, η οποία δεν υλοποιήθηκε όπως είχε συμφωνηθεί.
Οι ενάγοντες αξίωναν εναντίον της μητέρας τους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του παππού τους και της θείας τους διακηρυκτική απόφαση ότι η συμφωνία χωρίς αντιπαροχή ημερ.10.03.2022 είναι έγκυρη, καθώς και απόφαση για ειδική εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας δια της μεταβίβασης 1/5 μεριδίου από το μερίδιο του εναγόμενου 1 (παππού) επί πέντε ακινήτων, τα οποία ανήκαν σε αυτόν επί ονόματι καθενός των εναγόντων και της εναγόμενης 2 (θείας).
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας, στη σαφήνεια των όρων της και στο γεγονός ότι επρόκειτο για έγγραφη δέσμευση, όπως απαιτεί το άρθρο 25 (1)(α). Αναφέρθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στο Κτηματολόγιο κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Η συνήγορος που το εκπροσώπησε ανέφερε ότι τα ακίνητα είναι ελεύθερα από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις και ότι το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο θα διενεργήσει όλες τις αναγκαίες εγγραφές, συνεπεία δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί στην αγωγή εντός του πλαισίου των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του.
Η πρωτοτυπία της απόφασης
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απουσία οικονομικής αντιπαροχής δεν ακυρώνει τη συμφωνία, εφόσον αυτή εμπίπτει στο πλαίσιο του άρθρου 25 (1)(α). Περαιτέρω, έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 για την παροχή της θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης, καθότι το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε ακίνητη περιουσία και η αποζημίωση δεν αποτελούσε επαρκή θεραπεία. Η αποδοχή της απαίτησης από τον έναν εναγόμενο και η μη εμφάνιση του άλλου ενίσχυσαν το συμπέρασμα ότι η συμφωνία μπορούσε να επιβληθεί δικαστικά.
Η πρωτοτυπία της απόφασης έγκειται στο ότι αντιμετωπίζει τη δωρεά όχι ως «εξαίρεση» ή οριακή περίπτωση, αλλά ως πλήρως εκτελεστή σύμβαση, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου. Το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις με τρόπο πρακτικό και ουσιαστικό, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου στις οικογενειακές και περιουσιακές ρυθμίσεις.
Κατάληξη
Η απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας της 23ης Ιανουαρίου 2026 υπενθυμίζει ότι το δίκαιο των συμβάσεων δεν εξαντλείται σε οικονομικές συναλλαγές. Η αγάπη και στοργή όταν αποτυπώνονται σε έγγραφη και σαφή συμφωνία, μπορούν να αποκτήσουν δεσμευτική νομική ισχύ και να οδηγήσουν ακόμη και σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Σε μια εποχή όπου οι ιδιωτικές ρυθμίσεις περιουσίας εντός της οικογένειας είναι συχνές, η απόφαση αυτή προσφέρει ουσιαστική καθοδήγηση και αναδεικνύει ένα πεδίο του δικαίου που μέχρι πρόσφατα θεωρείτο περιθωριακό, αλλά πλέον αναδεικνύεται σε πεδίο κεντρικής σημασίας.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα