Από χίλια κύματα έχει περάσει το σύστημα αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο αναθεωρήθηκε στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της δημόσιας υπηρεσίας, με στόχο να μπει τέλος στις ισοπεδωτικές πρακτικές του παρελθόντος, όπου σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων βαθμολογούνταν ως «εξαίρετοι».

Η ουσία της μεταρρύθμισης ήταν σαφής και ξεκάθαρη. Η αξιολόγηση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την πραγματική απόδοση και παραγωγικότητα και όχι να λειτουργεί ως τυπική διαδικασί.

Από την 1η του 2026 τερματίστηκε η κουτσουρεμένη εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης. Η απόδοση των δημοσίων υπαλλήλων θα αξιολογείται πλέον όπως προέβλεπε εξαρχής ο βασικός νόμος της μεταρρύθμισης. Δηλαδή με 45 μονάδες για την απόδοση και την παραγωγικότητα, οι οποίες θα προστίθενται στα υπόλοιπα κριτήρια που συμπληρώνουν τη γενική βαθμολογία, όπως η σύσταση του προϊσταμένου, η πείρα και τα προσόντα του εργαζομένων.

Η πρώτη απόπειρα εφαρμογής του νέου συστήματος, το 2023, συνάντησε έντονες αντιδράσεις από τους επηρεαζόμενους. Οι πιέσεις που ασκήθηκαν οδήγησαν τα κόμματα σε τροποποίηση της νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί το σύστημα αξιολόγησης. Παρότι ήταν σαφές ότι η αλλαγή αυτή δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, τα κόμματα υπέκυψαν, συντηρώντας στην πράξη τις παθογένειες που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταπολεμήσουν.

Έτσι, για το 2024, η αξιολόγηση της καταλληλότητας ενός υπαλλήλου μετρούσε 15 μονάδες, αντί 45 που προέβλεπε ο αρχικός νόμος. Το 2025 η αξιολόγηση της απόδοσης περιορίστηκε στις 30 μονάδες και φέτος επανήρθε η πλήρης μοριοδότηση των 45 μονάδων για την απόδοση. Ενδεικτικό των στρεβλώσεων που προκάλεσαν οι παρεμβάσεις είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ο μέσος όρος βαθμολογίας των δημοσίων υπαλλήλων για το 2024 ανήλθε στο 9,01, στοιχείο που αποκαλύπτει πόσο βολεύει κάποιους  η διατήρηση των ισοπεδωτικών αξιολογήσεων.

Τους τελευταίους μήνες η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, γεγονός που καθιστά τη νομοθεσία εξαιρετικά ευάλωτη σε νέες αλλαγές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος και όλα τα κόμματα επιχειρούν να αντλήσουν ψήφους από αυτή τη δεξαμενή. Σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον, με νεοεμφανιζόμενους κομματικούς σχηματισμούς να απειλούν ευθέως τα παραδοσιακά κόμματα, ορισμένα από τα οποία κινδυνεύουν να μην πετύχουν είσοδο στη Βουλή, ο κίνδυνος νέας υποχώρησης είναι ορατός.

Εάν, όμως, τα κόμματα υποκύψουν και πάλι στις πιέσεις για χάρη των ψήφων θα είναι άξια της τύχης τους. Με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά θα συναινούν στη συνέχιση των κακών πρακτικών και στη διατήρηση νοοτροπιών που καθηλώνουν τη δημόσια διοίκηση στο παρελθόν. Μια τέτοια επιλογή θα αποτελούσε μήνυμα κατά των μεταρρύθμισεων. Εάν αλλάξει εκ νέου το σύστημα αξιολόγησης στο Δημόσιο, ποιος εγγυάται ότι δεν θα ακολουθήσει αντίστοιχη υποχώρηση και στο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, το οποίο εγκρίθηκε πρόσφατα από τη Βουλή;

Αντί να αντιστρατεύονται τις μεταρρυθμίσεις, τα κόμματα θα όφειλαν να τις ενισχύσουν, ενσωματώνοντας ασφαλιστικές δικλείδες. Παράλληλα, θα πρέπει να στραφούν έμπρακτα κατά του ρουσφετιού και της εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων, φαινόμενα που, όπως διακηρύσσουν, πολεμούν οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί.

Μόνο μέσα από σοβαρότητα και πραγματική σύγκρουση με τις παθογένειες του παρελθόντος μπορούν τα κόμματα να ελπίζουν ότι θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης.

ΥΓ: Πέραν των κομμάτων, την ίδια στάση θα πρέπει να τηρήσει και η Κυβέρνηση.