Κάθε αρχή δικαιολογεί αισιοδοξία ότι τα πράγματα θα πάνε καλά ή καλύτερα. Τέτοια αισιοδοξία διατηρούμε και τώρα που ετοιμάζονται οι κοινοβουλευτικές επιτροπές να ξαναπάρουν μπρος, αφού πρώτα η Επιτροπή Επιλογής πάρει τις αποφάσεις της για τα μέλη κάθε μιας.

Το πιθανότερο είναι πως η αισιοδοξία θα δώσει σύντομα τη θέση της στην απογοήτευση. Το ζούμε ως πολίτες ανά πεντατετία. Με φωτεινές εξαιρέσεις.

Τις τελευταίες μέρες βόλευε τις κομματικές ηγεσίες, ιδιαίτερα των μεγάλων κομμάτων, να επικαλούνται τον Κανονισμό λειτουργίας της Βουλής για τον διαμοιρασμό προεδριών και να θεωρούν δεδομένη την αυστηρή εφαρμογή του. Κυρίως του γράμματος του κανονισμού, όχι τόσο του πνεύματος.

Ξέρουν οι ηγεσίες, ξέρουν οι βουλευτές, ξέρει η εκτελεστική εξουσία, ξέρουμε όλοι πως μόλις τελειώσει και αυτός ο μήνας του μέλιτος με τους επανεκλεγέντες και νεοεκλεγέντες, ο Κανονισμός θα ξεχαστεί σε ένα μεγάλο μέρος του και θα τον θυμούνται ευκαιριακά.

Σε πολλές περιπτώσεις οι κοινοβουλευτικές επιτροπές λειτουργούν σαν να είναι το τελικό στάδιο της διαδικασίας επηρεασμού της εξουσίας από τα οργανωμένα συμφέροντα. Και δεν εννοούμε μόνο τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Είναι καλά γνωστό ότι πολλοί επαγγελματικοί σύνδεσμοι και συνδικαλιστικές οργανώσεις ξέρουν απέξω τη σύνθεση των επιτροπών που τους αφορούν άμεσα, παρακολουθούν τη δημοσίευση της ημερήσιας διάταξης κάθε συνεδρίας, έχουν πολύ συχνή επικοινωνία με τον πρόεδρο και τα μέλη, ζητούν την αυτεπάγγελτη εγγραφή θεμάτων, ζητούν τροποποιήσεις νομοσχεδίων, καταθέτουν πολλές φορές άτυπα κειμενάκια με καταβατά αλλαγών που διεκδικούν και συχνά καταφέρνουν να επηρεάσουν σε τέτοιο βαθμό τα τελικά κείμενα μιας Επιτροπής, πριν αυτά πάρουν τον δρόμο για την Ολομέλεια, που υποχρεώνουν την Κυβέρνηση είτε να τα αποσύρει πριν εγκριθούν σε νόμους ή να τα αναπέμψει ή να τα αναφέρει στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Η στήλη θεωρεί παρεξηγημένη και παραπλανητική -και σε κάποιο βαθμό αβάσιμη- την πεποίθηση πολλών ότι στις κοινοβουλευτικές επιτροπές (πρέπει να) διεξάγεται εφ’ όλης της ύλης (του θέματος) δημόσιος διάλογος για το τελικό περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου. Ο δημόσιας διάλογος και η θεσμοθετημένη μορφή της δημόσιας διαβούλευσης (πρέπει να) διεξάγεται από τα υπουργεία (και τις υπηρεσίες-τμήματα τους) και στα υπουργεία. Εκεί διαμορφώνονται τα νομοσχέδια και εκεί πρέπει να κατατίθενται θέσεις και αιτήματα.

Είναι αληθές -και θεμιτό σε κάποιο βαθμό- ότι και ενώπιον των κοινοβουλευτικών επιτροπών συνεχίζεται ή ολοκληρώνεται ένα είδος δημόσιου διαλόγου. Για την ακρίβεια, διαβάζοντας τον Κανονισμό της Βουλής, είναι εύκολα αντιληπτό πως οι συντάκτες του επιφυλάσσουν στους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας και των ενδιαφερόμενων φορέων την υποχρέωση -και το δικαίωμα, αν τους αναγνωριστεί με πρόσκληση από τη Βουλή- να ενημερώσουν τους βουλευτές για τους σκοπούς και το περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου, να καταθέσουν στοιχεία που ενισχύουν την ανάγκη για μια συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία, να απαντήσουν ίσως σε διευκρινιστικές ερωτήσεις βουλευτών (για να αντιληφθούν καλύτερα ένα θέμα) και… ως εκεί.

Και η συζήτηση επί της ουσίας ενός νομοσχεδίου (συζήτηση που εμπεριέχει άποψη και θέση βουλευτή) και η κατ’ άρθρον συζήτηση γίνεται μόνο μεταξύ των βουλευτών. Αυτό λέει και αυτό εννοεί ο Κανονισμός, αλλά τηρείται… αναλόγως της πίεσης που μπορούν να ασκήσουν τα οργανωμένα συμφέροντα. Που πολλές φορές στο παρελθόν ανέλαβαν ισχυρότερο και ουσιαστικότερο ρόλο στην ψήφιση νόμων, ακόμα και από βουλευτές.

Αν η νέα Βουλή θέλει να κάνει μια νέα αρχή και να δουλέψει καλύτερα από τις προηγούμενες, ας ξαναδιαβάσουν όλα τα μέλη της τον Κανονισμό. Για να κατανοήσουν πως σχεδόν όλες οι επιτροπές, άλλες συχνότερα και άλλες αραιότερα, κακοποιούν τον Κανονισμό, απαλλοτριώνοντας στην πραγματικότητα εξουσίες και ευθύνες που τους εκχώρησε το Σύνταγμα και το σώμα των ψηφοφόρων, υπέρ απρόσωπων και διαπλεκόμενων συμφερόντων.