«Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε κι αν πεινάσεις πιάσ’ τηνε». Η γνωστή λαϊκή ρήση ταιριάζει απόλυτα στη σημερινή αγορά εργασίας και στις νέες ανάγκες που διαμορφώνονται. Οι εξελίξεις τρέχουν πλέον πιο γρήγορα ακόμη και από την ολοκλήρωση των σπουδών πολλών φοιτητών, οι οποίοι, όταν άρχισαν να σπουδάζουν, είχαν μπροστά τους μια διαφορετική αγορά εργασίας από αυτήν που συναντούν όταν αποφοιτούν.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι επιλέγουν δεύτερο ή και τρίτο πτυχίο, μεταπτυχιακές σπουδές και προγράμματα κατάρτισης. Η ανάγκη για συνεχή προσαρμογή δεν αφορά πλέον μόνο την επαγγελματική ανέλιξη, αλλά και την ίδια την επαγγελματική επιβίωση.

Τα παραδοσιακά επαγγέλματα δεν έχουν την ίδια ζήτηση με το παρελθόν. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται πλέον επαγγέλματα που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, την ηλεκτροκίνηση, την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή ασφάλεια και τις νέες τεχνολογίες. Παράλληλα, σημαντική ανάπτυξη καταγράφεται και σε επαγγέλματα στους τομείς της υγείας, του τουρισμού, της ναυτιλίας και της οικοδομικής βιομηχανίας.

Στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις για την αγορά εργασίας, οι μεγαλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης αναμένεται να παρουσιαστούν στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας, δηλαδή για νοσηλευτές, γιατρούς, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και άλλους επαγγελματίες υγείας. Σημαντικές ανάγκες θα υπάρξουν επίσης για προγραμματιστές λογισμικού, ειδικούς κυβερνοασφάλειας, επαγγελματίες της τεχνητής νοημοσύνης και τεχνικούς πληροφορικής.

Την ίδια ώρα, αυξημένη ζήτηση καταγράφεται για λογιστές, πολιτικούς μηχανικούς, ηλεκτρολόγους, μηχανολόγους, τεχνικούς, εκπαιδευτικούς ειδικής εκπαίδευσης, εργαζόμενους σε ξενοδοχεία και εστιατόρια, μάγειρες, οδηγούς, αποθηκάριους και προσωπικό στην εφοδιαστική αλυσίδα. Οι ελλείψεις προσωπικού σε πολλούς από αυτούς τους τομείς, όπως στα τεχνικά επαγγέλματα και στα ξενοδοχεία, οδηγούν ήδη αρκετές επιχειρήσεις στην πρόσληψη ξένου προσωπικού για να καλύψουν άμεσες ανάγκες.

Η προσέλκυση ξένων εργαζομένων μπορεί να αποτελεί προσωρινή λύση για την οικονομία, όμως δεν μπορεί να είναι η τελική απάντηση στο πρόβλημα. Όταν μια χώρα δεν καταφέρνει να κατευθύνει το δικό της ανθρώπινο δυναμικό προς τους τομείς όπου υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, τότε δημιουργείται ένα μόνιμο κενό ανάμεσα στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας.

Οι νέες ανάγκες που προκύπτουν φαίνεται ότι απασχολούν τις αρμόδιες αρχές. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο να καταγράφονται οι ελλείψεις στην αγορά εργασίας, αλλά να υπάρχει έγκαιρη ανταπόκριση. Και αυτή πρέπει να ξεκινά από το σχολείο.

Είναι πλέον αναγκαίο να ενταχθούν στα σχολεία εκπαιδευτικά προγράμματα που θα ενημερώνουν τους μαθητές για τα επαγγέλματα του μέλλοντος, αλλά και γενικότερα για τις ανάγκες που διαμορφώνονται στην αγορά. Οι νέοι πρέπει να γνωρίζουν από νωρίς ποιες επιλογές έχουν, ποιοι κλάδοι αναπτύσσονται, ποιες δεξιότητες ζητούνται και ποιες επαγγελματικές διαδρομές προσφέρουν προοπτική.

Εάν οι μαθητές έχουν σωστή, έγκαιρη και αξιόπιστη πληροφόρηση ότι σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους η εξασφάλιση θέσης εργασίας θα είναι πιο εύκολη και η προοπτική ανέλιξης μεγαλύτερη, τότε θα είναι πιο πιθανό να στραφούν σε σπουδές και επαγγέλματα με πραγματική ζήτηση. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές συμβουλές λίγο πριν από τις εξετάσεις.

Συνεπώς, το κράτος θα πρέπει να επενδύσει ουσιαστικά στην ενημέρωση και επιμόρφωση των μαθητών από μικρή ηλικία, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν πιο κατάλληλες αποφάσεις για το μέλλον τους. Η ενημέρωση για την αγορά εργασίας πρέπει να συνδυάζεται με πρακτική εμπειρία, επισκέψεις σε χώρους εργασίας, συνεργασία σχολείων με επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και επαγγελματικούς φορείς, αλλά και με αναβάθμιση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η ανάπτυξη μιας χώρας δεν χτίζεται μόνο με πτυχία, αλλά και με δεξιότητες. Η αγορά εργασίας δεν χρειάζεται μόνο περισσότερους εργαζομένους, αλλά εργαζομένους με  κατάλληλες γνώσεις, για να μπορούν να αλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες .