Ο ιδιωτικός τομέας αναντίλεκτα ήταν αυτός που έσυρε τον χορό της ανάπτυξης μετά τα χρόνια της κρίσης. Έχοντας τη στήριξη μίας κυβέρνησης που τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των σημαντικών αυξημένων ροών ξένων επενδύσεων έστω κι αν αρκετές έγιναν λόγω της ύπαρξης πολλών distressed περιουσιακών στοιχείων που αναζητούσαν εναγωνίως φρέσκα κεφάλαια, ο ιδιωτικός τομέας ήταν αυτός που κατάφερε να συγκρατήσει την ύφεση σε υποφερτά επίπεδα και στη συνέχεια συνέβαλε στο να σημειωθούν  υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις κατόρθωσαν να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους κυρίως μέσω ανταλλαγής περιουσιακών στοιχείων έναντι των οφειλών τους. Η οικονομία συνεχίζει να κινείται με ρυθμούς ανάπτυξης πέραν του 3% και παρόλο που οι ενδείξεις για το τουριστικό ρεύμα δεν είναι θετικές, εντούτοις, δεν αναμένεται ότι η αναπτυξιακή τροχιά θα αντιστραφεί τουλάχιστον την επόμενη διετία. Ταυτόχρονα, η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει σε ικανοποιητικά επίπεδα έστω κι αν τους πρώτους μήνες του 2019 παρατηρείται μία στασιμότητα στα ίδια με τα περσινά επίπεδα, ενδεχομένως και χαμηλότερα. Οι προοπτικές λοιπόν για τον ιδιωτικό τομέα φαντάζουν θετικές. Ωστόσο υποβόσκουσες συνθήκες που σχετίζονται άμεσα με θέματα πολιτικής προκαλούν έντονη ανησυχία σε επιχειρηματικούς κύκλους, σε τέτοιο βαθμό που ανησυχούν πως μπορεί οι υπάρχουσες προοπτικές να ανατραπούν. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Λίγα τα «χαράτσια» για τα ακίνητα στην Κύπρο

Η εφαρμογή του ΓεΣΥ και η αύξηση των συνεισφορών για Κοινωνικές Ασφαλίσεις έχουν ήδη επιβαρύνει σημαντικά τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων περιορίζοντάς τους παράλληλα και την ευχέρεια για αύξηση των μισθολογικών απολαβών των εργαζομένων, οι οποίοι επίσης είδαν το διαθέσιμό τους εισόδημα να μειώνεται λόγω του ΓεΣΥ έστω κι αν μεσοπρόθεσμα και ειδικά μετά την εφαρμογή της ενδο-νοσοκομειακής περίθαλψης οικονομικά θα επωφεληθούν. Εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους εφαρμόζεται ο κατώτατος μισθός ανησυχούν ιδιαίτερα πως έχει πλέον δημιουργηθεί τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που τους επόμενους μήνες είναι πιθανόν να καθοριστεί και να εφαρμοστεί κατώτατος πολύ υψηλότερος από αυτόν που ισχύει σήμερα. Τέτοια εξέλιξη, υποστηρίζουν, θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την πλευρά των δαπανών περιορίζοντας τα περιθώρια τους για κερδοφορία αλλά και για κεφαλαιακές αναπτύξεις σε μία περίοδο που προσφέρεται για επεκτάσεις για όσους βέβαια έχουν την ικανότητα να το πράξουν. 
Μάλιστα, σχολιάζουν το παράλογο των συζητήσεων για αύξηση του κατώτατου μισθού σε μία περίοδο που ενώ η ανεργία είναι ακόμη σε υψηλά επίπεδα, οι κενές θέσεις εργασίας έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. 

Το παράδοξο

Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του τρέχοντος έτους καταγράφηκαν 6762 κενές θέσεις εργασίας, 79,8% περισσότερες από πέρσι την ίδια περίοδο όταν ήταν μόλις 3761. Οι περισσότερες κενές θέσεις αλλά και οι μεγαλύτερες ποσοστιαίες αυξήσεις καταγράφηκαν σε τομείς που καλύπτονται από τις πρόνοιες της νομοθεσίας για επιβολή κατώτατου μισθού. Στον τομέα των ξενοδοχείων και εστιατορίων υπήρχαν 1812 (80,6%) κενές θέσεις, στον τομέα του χονδρικού και λιανικού εμπορίου υπήρχαν 1080 (48.2%) κενές θέσεις και στη μεταποίηση 796 (133,5%) κενές θέσεις εργασίας. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό των κενών θέσεων επί του συνόλου, εκτοξεύτηκε από 1,2% ένα χρόνο προηγουμένως σε 2%. Αν ακούγεται πολύ μικρό ως ποσοστό, αρκεί μόνο να εξετάσουμε τα στοιχεία για την ανεργία στους αντίστοιχους τομείς. Από τους 18.960 άνεργους στο τέλος του Ιουνίου, οι 3.564 προέρχονταν από τον τομέα του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, οι 1972 από τον τομέα των ξενοδοχείων και εστίασης και οι 1449 από τον τομέα της μεταποίησης. Δηλαδή, πέραν του 30% των εγγεγραμμένων ανέργων προέρχονταν από τομείς στους οποίους υπάρχουν και οι περισσότερες κενές θέσεις εργασίας. Οι υποστηρικτές της αύξησης του κατώτατου μισθού, θεωρούν πως τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα αποθαρρύνουν τους άνεργους να αναζητήσουν εργασία στους συγκεκριμένους τομείς ενώ από την άλλη, οι εργοδότες θεωρούν πως τη συγκεκριμένη περίοδο, με τις αυξήσεις σε ΤΚΑ και ΓεΣΥ, το κόστος ενέργειας να είναι ακόμα σε πολύ υψηλά επίπεδα και τις τιμές των ακινήτων να έχουν πάρει την ανιούσα, μία περαιτέρω αύξηση του εργατικού κόστους μόνο αρνητικές συνέπειες θα είχε. Αντιτάσσουν πως αυτό που επείγει τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είναι η αύξηση των μισθών, αλλά το να δοθούν στους εργοδότες τέτοια εργαλεία που να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις υπάρχουσες κενές θέσεις εργασίας καθώς η κατάσταση έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που η ποιότητα των υπηρεσιών και των προϊόντων που προσφέρουν τίθεται σε κίνδυνο. Είναι γι’ αυτό που ζητούν επίμονα να τους δοθεί η δυνατότητα να εργοδοτήσουν χωρίς περιορισμούς εργατικό δυναμικό. Δηλαδή, ξένους φοιτητές που σπουδάζουν στην Κύπρο, αιτητές πολιτικού ασύλου αλλά και αλλοδαπούς διατεθειμένους να μετακομίσουν στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. 

Σύμφωνα με το Συμβούλιο Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας, οι καθαροί μισθοί στην Κύπρο είναι από τους χαμηλότερους όταν συγκρίνονται με χώρες με οικονομικές ομοιότητες. Με βάση στοιχεία της Eurostat με έτος αναφοράς το 2017, το ωριαίο συνολικό κόστος ανέρχεται σε 15 ευρώ την ίδια ώρα που στη Δανία ανέρχεται σε 42 ευρώ και ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι στα 25 ευρώ. Εκτός από τους χαμηλούς μισθούς στην Κύπρο χαμηλή είναι και η εργασιακή φορολογική επιβάρυνση, σύμφωνα με το Συμβούλιο, αυτό βέβαια προτού προστεθούν οι αυξημένες εισφορές στο ΤΚΑ και η εισφορές στο ΓεΣΥ. Σημειώνεται δε, πως αν και το χαμηλό κόστος εργασίας μπορεί να δημιουργήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις, ενδεχομένως να αποτελεί και σύμπτωμα για χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας και συνεπάγεται χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος και αγοραστικής δύναμης για τους εργαζόμενους. Από την άλλη, το Συμβούλιο σχολιάζει πως το κόστος για ενέργεια και τηλεπικοινωνίες είναι σχετικά υψηλό, ενώ όπως προαναφέραμε, τα τελευταία χρόνια την ανιούσα έχουν πάρει και οι τιμές των ενοικίων. 

Δεν είναι όλα ρόδινα

Σ’ αυτό το σημείο, ας μην ξεχνάμε και τη γενική εικόνα: το επίπεδο του ιδιωτικού χρέους παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών. Σύμφωνα με δεδομένα της Κεντρικής Τράπεζας, τα στοιχεία παθητικού των μη χρηματοδοτικών επιχειρήσεων ανέρχονται σε 95.4 δισ. ευρώ ενώ τα στοιχεία ενεργητικού σε μόλις 59.8 δισ. ευρώ. Από τα στοιχεία παθητικού, 39.6 δισ. ευρώ αφορούν σε δάνεια.  
Στις πιο πάνω ανησυχίες των επιχειρηματιών έρχεται το τελευταίο διάστημα να προστεθεί ακόμα μία η οποία σχετίζεται με αυστηρότερους και απροειδοποίητους ελέγχους ειδικά σε σημεία πώλησης προϊόντων ευρείας και υψηλής κατανάλωσης. Κίνηση που φαίνεται να καλοβλέπουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και του κυβερνώντος κόμματος μετά και από σχετικές πιέσεις που ασκούν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. 

Ο προβληματισμός επιχειρηματικών ομίλων για τις προαναφερόμενες εξελίξεις έχει φτάσει στο κόκκινο και σε σημείο που οι σκέψεις για δημιουργία ενός νέου συνδέσμου που θα έχει ως αποκλειστικό στόχο την αντιμετώπιση των προαναφερόμενων προκλήσεων, μοιάζει πιο πιθανός από ποτέ, αφού όλο και περισσότεροι επιχειρηματίες αρχίζουν να εκφέρουν την άποψη πως οι υφιστάμενοι επιχειρηματικοί σύνδεσμοι δεν κάνουν όσα πρέπει για υποστήριξη των θέσεων τους. 

Από την έντυπη έκδοση του περιοδικού Forbes Αυγούστου