«Αμαρτάνω, πάτερ, με αυτούς τους ανθρώπους και πολλές φορές τους υβρίζω». «Λυπούμαι που θα μείνει η αδελφή μου χωρίς προστασία». Αυτά ήταν κάποια από τα τελευταία λόγια δύο νέων παιδιών, τα οποία σαν σήμερα, πριν από 70 χρόνια, οδηγήθηκαν στην αγχόνη από την αποικιοκρατική εξουσία. Έτσι πέρασαν από τη γη στην αθανασία. Ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου δεν υπήρξαν απλώς δύο εκτελεσθέντες αγωνιστές. Έγιναν σύμβολα μιας εποχής, που το αίμα συναντούσε το ιδανικό και η νεότητα συναντούσε την Ιστορία.
Οι αναφορές αυτές αποτελούν μαρτυρίες του ιερέα των Κεντρικών Φυλακών, πατήρ Αντώνιου Ερωτοκρίτου, όπως τις κατέγραψε στο βιβλίο του «Πώς έζησα το δράμα των απαγχονισθέντων». Μέσα σε αυτές τις αναφορές συμπυκνώνεται κάτι βαθύτερο από την ίδια την πράξη της θυσίας, η ποιότητα του ανθρώπου απέναντι στο τέλος.
Ο Μιχαλάκης Καραολής, λίγες ώρες πριν οδηγηθεί στο ικρίωμα, δεν ζητά λύτρωση από το θάνατο. Ζητά συγχώρεση επειδή «υβρίζει» εκείνους που ετοιμάζονται να του στερήσουν τη ζωή. Δεν υπάρχει μίσος που να ακυρώνει την αξιοπρέπεια. Υπάρχει μια σχεδόν τραγική προσπάθεια να παραμείνει άνθρωπος μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.
Ο Ανδρέας Δημητρίου, από την άλλη, δεν κοιτάζει τον εαυτό του. Δεν κοιτάζει το τέλος. Κοιτάζει πίσω του. «Λυπούμαι που θα μείνει η αδελφή μου χωρίς προστασία». Σε μια στιγμή όπου όλα τελειώνουν, εκείνος σκέφτεται ποιος θα μείνει πίσω. Μεγαλείο ψυχής το οποίο δύσκολα χωρά στις λέξεις.
Εδώ αρχίζει η πιο σκληρή σύγκριση με το σήμερα. Σε μια εποχή όπου οι αξίες συχνά υποχωρούν μπροστά στον ατομισμό, όπου το πρόσκαιρο επισκιάζει το ουσιαστικό και η ευκολία αντικαθιστά την ευθύνη, τέτοιες μορφές μοιάζουν σχεδόν ξένες. Και όμως είναι δικές μας. Είναι η ιστορία μας.
Oι Καραολής και Δημητρίου υπήρξαν οι πρώτοι απαγχονισθέντες αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Η εκτέλεσή τους το 1956 προκάλεσε συγκλονισμό όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στον ευρύτερο ελληνισμό. Μετάτρεψε τους δύο νέους από πρόσωπα μιας δίκης σε σύμβολα ενός ολόκληρου αγώνα. Οι αποικιοκράτες πίστευαν ότι με τη θηλιά θα έκαμπταν το φρόνημα. Έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Το απογείωσαν!
Εκείνη την εποχή, ακόμη και διανοούμενοι εκτός Κύπρου αντέδρασαν. Ο Γάλλος νομπελίστας λογοτέχνης Αλμπέρ Καμύ, παρενέβη δημόσια με το κείμενό του «Το Ελληνόπουλο». Κατάγγειλε την εκτέλεση του Καραολή, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα ενός λαού στην ελευθερία. Δεν μιλούσε απλώς για δύο νέους. Μιλούσε για την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στην εξουσία.
Έγραφε συγκεκριμένα: «Εδώ και λίγες εβδομάδες η επαναστατημένη Κύπρος έχει αποκτήσει τον ήρωα της στο πρόσωπο του νεαρού Κύπριου σπουδαστή Μιχάλη Καραολή, που καταδικάστηκε από τα βρετανικά δικαστήρια σε θάνατο με τη μέθοδο του απαγχονισμού. Στο ευτυχισμένο εκείνο νησί οπού γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα και μάλιστα με τρόπο φρικιαστικό. Για μια ακόμη φορά, η ταπεινή διεκδίκηση ενός λαού που παρέμεινε για χρόνια βουβή και αναχαιτίστηκε μόλις θέλησε να εκδηλωθεί, ξεσπά τώρα σε εξέγερση. Για μια ακόμη φορά, της εξέγερσης είχε προηγηθεί η τυφλή καταπίεση. Για μια ακόμη φορά, οι αρχές Κατοχής που διατράνωναν ότι κυριαρχική τους φροντίδα ήταν η τάξη, αναγκάζονται να εγκαταστήσουν τα δικαστήριά τους και να κάνουν ακόμη μεγαλύτερη μια καταπίεση που δε θα φέρει άλλο αποτέλεσμα παρά τον πολλαπλασιασμό των εξεγέρσεων».
Μέσα στις Κεντρικές Φυλακές, εκείνες τις τελευταίες ώρες, η εικόνα δεν ήταν αυτή του φόβου αλλά της περηφάνειας. Η ψυχή των μελλοθανάτων δεν λύγισε. Ο Καραολής και ο Δημητρίου οδηγήθηκαν στην αγχόνη τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Δεν περπάτησαν προς τον θάνατο ως καταδικασμένοι. Περπάτησαν ως άνθρωποι που είχαν ήδη επιλέξει πλευρά στην Ιστορία. Ο Καραολής είχε γράψει κάποτε: «Τα ελληνόπουλα δεν ξέρουν μόνο πώς πρέπει να ζουν. Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν και πώς την πατρίδα να τιμούν».
Όταν όλα τελείωσαν, οι αποικιοκράτες έσπευσαν να διαδώσουν ότι τάχα οι δύο νέοι είχαν μεταφερθεί στο εξωτερικό. Φοβήθηκαν την αλήθεια περισσότερο από όσο οι ήρωες φοβήθηκαν την εκτέλεση. Φοβήθηκαν την αντίδραση ενός λαού που θα μάθαινε τι πραγματικά συνέβη.
Ο πατέρας του Μιχαλάκη επισκέφθηκε τον Παπαντώνη την επόμενη μέρα. «Ήθελε να μάθει, αν πραγματικά τους κρέμασαν… Έμαθε τώρα την αλήθεια ο γέρος, αλλά δεν έκλαψε…». Δεν έκλαψε. Υπάρχουν στιγμές που το δάκρυ δεν χωρά. Υπάρχουν γονείς που δεν θρηνούν. Επειδή καταλαβαίνουν ότι μπροστά τους δεν βρίσκεται απλώς ένας χαμένος γιος, αλλά μια κερδισμένη αθανασία.
Σήμερα, 70 χρόνια μετά, μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δείχνει να χάνει τον ηθικό του προσανατολισμό, η επιστροφή σε τέτοιες μορφές δεν είναι νοσταλγία. Είναι υπενθύμιση. Και ανάγκη. Παραφράζοντας το φιλόσοφο, ο άνθρωπος δεν μετριέται μόνο από τη ζωή του, αλλά και από τον τρόπο που στέκεται απέναντι στον θάνατο όταν αυτός έρθει άδικα.
Στο πάνθεον των αθανάτων, ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου δεν είναι απλώς δύο ονόματα της Ιστορίας. Είναι δύο ζωντανές υπενθυμίσεις ότι κάποτε η λέξη «πατρίδα» δεν ήταν σύνθημα, αλλά επιλογή ζωής και θανάτου. Και ότι η θηλιά, όταν την αντέχεις όρθιος, μετατρέπεται σε στεφάνι αθανασίας.