Ο διακεκριμένος Κύπριος ηθοποιός διαπιστώνει ότι ο φόβος της αυτογνωσίας μοιάζει με τον φόβο του θανάτου και διαβεβαιώνει ότι η σκηνή δεν χωράει την ασυδοσία
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό, χωρίς να υποψιάζεται πως η διαδρομή θα τον οδηγούσε κάποτε στο σανίδι. Αντί για την Παλώδια, προτιμά να λέει ότι έλκει την καταγωγή του από την Επισκοπή του Μωρού Νερού της Πάφου και έχει καταγράψει αξιόλογη πορεία στο θέατρο, έχοντας συνεργαστεί με σημαντικούς θεατρικούς οργανισμούς. Ο Χάρης Χαραλάμπους επιστρέφει στην Κύπρο για δύο παραστάσεις του «Οιδίποδα Τυράννου», κουβαλώντας μαζί του μία από τις πιο συζητημένες θεατρικές στιγμές της πρόσφατης σεζόν στην Ελλάδα. Η ερμηνεία του στη σκηνοθεσία της Σοφίας Αντωνίου τιμήθηκε με το Βραβείο «Κάρολος Κουν», επιβεβαιώνοντας τη λαμπρή πορεία ενός ηθοποιού που εδώ και χρόνια διακρίνεται για τη συνέπεια, την πειθαρχία, τους χαμηλούς τόνους και τη βαθιά ερευνητική του προσέγγιση. Σε μια συζήτηση που ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας συνηθισμένης συνέντευξης, μιλά για την ανάγκη της συνεχούς μαθητείας και τη σημασία του να μη σταματάς ποτέ να ονειρεύεσαι.
–Πώς βλέπεις σήμερα το θεατρικό τοπίο στην Κύπρο από την απόσταση της Αθήνας; Διαπιστώνω ότι με τα χρόνια αρχίζει να αποκτά ακόμη πιο έντονο χαρακτήρα και ταυτότητα. Παρατηρώ ότι πέρα από τον ΘΟΚ γίνονται αξιόλογες δουλειές και θεωρώ ότι υπάρχει πολύ καλό δυναμικό στην Κύπρο, σπουδαίοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες με όραμα. Αν υστερεί κάπου είναι στο ζήτημα της εκπαίδευσης και εννοώ τη δια βίου εκπαίδευση των ηθοποιών. Στην Άπω Ανατολή λένε ότι μπορείς να πεις ότι είσαι ηθοποιός μετά από 20 χρόνια εμπειρίας. Χρειάζονται σεμινάρια και εκπαιδευτικές δράσεις σε σταθερό και οργανωμένο επίπεδο.
–Δηλαδή, εσύ μπορείς πλέον να λες ότι είσαι ηθοποιός; Τα τελευταία δύο χρόνια, ναι (γέλια). Έχω ξεθαρρέψει και πλέον όταν μπαίνω σε ταξί και με ρωτήσουν τι δουλειά κάνω απαντώ ότι είμαι ηθοποιός. Μέχρι πρόσφατα, απαντούσα ό,τι επάγγελμα μπορείς να φανταστείς (γέλια). Είναι σημαντικός παράγοντας η εμπειρία στην τέχνη. Μπορεί κάποια στιγμή να θυμηθείς έναν ρόλο που έπαιξες πριν πέντε χρόνια, να έρθει μια αναλαμπή και να πεις «αυτό έπρεπε να κάνω». Η τέχνη έτσι λειτουργεί, δεν σε αφήνει. Είναι εκεί και σε «παιδεύει».
-Πότε άστραψε πρώτη φορά στο μυαλό σου η ιδέα να γίνεις ηθοποιός; Δεν άστραψε στη Λεμεσό. Περισσότερο με τη μουσική ασχολούμουν στο Λύκειο. Εντάξει, έπαιζα θέατρο στο σχολείο, αλλά δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να γίνω ηθοποιός. Έπειτα, ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω χημικός μηχανικός και μπλέχτηκα με κάποιες θεατρικές ομάδες στο Πολυτεχνείο. Κάποια στιγμή είπα «κάτι γίνεται εδώ». Αποφάσισα να πάω να κάνω σεμινάρια για να δω πώς σπουδάζεται. Δεν είχα ιδέα. Μη σου πω ότι μεγαλώνοντας στη Λεμεσό, δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να έχω πάει ποτέ σε θέατρο, εκτός ίσως από κάποιες παιδικές παραστάσεις. Στα σεμινάρια διαπίστωσα ότι κάτι λειτουργούσε μέσα μου και αποφάσισα όταν τελειώσω το Πολυτεχνείο να δώσω εξετάσεις κι έτσι πέρασα στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Νέου Ελληνικού Θεάτρου του Γιώργου Αρμένη.
–Η χημική-μηχανική συναντά κάπου το θέατρο; Ο τρόπος σκέψης του μηχανικού και των θετικών επιστημών βοηθά πολύ. Εκεί που ως καλλιτέχνης γίνεσαι λίγο αιθεροβάμων, έρχεται η σκέψη του μηχανικού, όπως τη λέω, και κάπως σε γειώνει, γίνεσαι πιο πραγματιστής. Διαχειρίζεσαι πιο εύκολα τα πρακτικά ζητήματα μιας παράστασης: να οργανώσεις τον χρόνο σου, να είσαι πιο παραγωγικός, το πώς θα κάνεις την πρόβα σου. Εκεί που πας λίγο να ξεφύγεις με διάφορες ρομαντικές σκέψεις σε σχέση με το θέατρο, αυτό έρχεται και σε γειώνει. Φυσικά, όχι πάντα, δεν «γλιτώνεις» από τη μαγευτική δύναμη της τέχνης και του θεάτρου, που πάντα υπερισχύει.
–Εξάσκησες ποτέ αυτό που σπούδασες στο Πολυτεχνείο; Όχι, ποτέ.

–Δεν εισέπραξες αντιρρήσεις από την οικογένειά σου στην Κύπρο; Όχι. Η αλήθεια είναι ότι οι γονείς μου ήταν πολύ ενθαρρυντικοί. Φυσικά όταν τους ανακοίνωσα ότι θα τελειώσω και μετά θα πάω στη δραματική σχολή, τι να κάνουν οι άνθρωποι, μου λένε «εντάξει, πήγαινε να κάνεις και το χόμπι σου». Κάπως έτσι έπεσαν στην «παγίδα». Εξάλλου, έτσι όπως είναι το επάγγελμα του ηθοποιού, μπορείς να με πεις και χομπίστα…
–Τι πιο ιδανικό από το να κάνεις επάγγελμα το χόμπι σου; Το να κάνεις επάγγελμα αυτό που αγαπάς, μετατρέπει τη δουλειά σε εργασία, δηλαδή σε παραγωγή έργου κι όχι σε δουλεία. Είναι ευλογία αυτό. Με όλες τις δυσκολίες, τις απαιτήσεις και αναποδιές που έχει το επάγγελμά μας, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, στην τελική θα συμφωνήσω με τον αείμνηστο Σπύρο Σταυρινίδη που έλεγε ότι κάνουμε το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου.
–Έφτασες ποτέ σε σημείο να υπαναχωρήσεις, να πεις ότι μπορεί να τα παρατήσεις; Έχω δυσκολευτεί πάρα πολλές φορές και αναγκάστηκα να στερηθώ πράγματα. Αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα να τα παρατήσω. Είχα κι έχω μέσα μου πίστη και τεράστια υπομονή. Πάντα προτιμώ να στερηθώ, να ζήσω λίγο πιο ασκητικά για να τα καταφέρω. Είμαι άνθρωπος που επιβιώνει. Φτάνει να έχω ένα στόχο. Δηλαδή, αν μου δώσεις 5 ευρώ θα περάσω το μήνα με 5 ευρώ. Αν μου δώσεις 5 εκατομμύρια ευρώ θα περάσω το μήνα με 5 εκατομμύρια ευρώ.
–Δεν ένιωσες να φτάνεις στα όρια σου; Σ’ αυτή τη δουλειά νομίζω ότι όσες φορές νιώσουμε ότι φτάνουμε στα όριά μας, είτε σωματικά είτε ψυχικά, πάντα διαθέτουμε λίγο παραπάνω. Δεν είναι αυτό το όριο μας. Όταν το θέλεις, όταν έχεις πίστη και στόχο, βρίσκεις κάπως και τη δύναμη.
–Η πορεία είναι πάντα θέμα επιλογής; Δεν παίζει ρόλο και πού θα σε βγάλει μερικές φορές η τύχη; Είμαι προσεκτικός στις επιλογές όσον αφορά την πορεία που θέλω να έχω, τις συνεργασίες κ.λπ. Όμως είναι δύσκολο να έχεις πάντα αυτή την πολυτέλεια. Πάντως, ανήκω σε μια γενιά ηθοποιών που μπήκαν στον χώρο πριν έρθουν τα χρόνια της κρίσης. Μόλις τελείωσα τη σχολή, ξεκίνησα να δουλεύω ως ηθοποιός. Αυτό με βοήθησε να «ψηθώ», αλλά και να είμαι από νωρίς μέσα στο παιχνίδι. Αντίθετα, τα παιδιά που τελείωσαν τις σχολές μετά το 2010, όταν η κρίση ήταν στα πάνω της, δυσκολεύτηκαν πολύ και δυσκολεύονται, όπως και οι νεότεροι σήμερα. Είναι πιο δύσκολα τα πράγματα, όσο κι αν έχει στρώσει κάπως τα τελευταία χρόνια. Αναπόφευκτα, η τύχη και οι συγκυρίες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Θα βάλω την ικανότητα και το «ταλέντο» εντελώς τελευταία. Πιστεύω ότι ισχύει αυτό που λένε ότι είναι 90% δουλειά και 10% ταλέντο. Το 90% ταλέντο και 10% δουλειά δεν σε πάει πουθενά. Το να επαναπαύεσαι στην ικανότητα είναι καταδικαστικό. Η υποκριτική θα σε προσπεράσει. Ναι, είναι και θέμα επιλογών. Καμιά φορά χρειάζεται να πεις και όχι σε κάτι που δεν σου πάει.

–Η επιλογή είναι ζήτημα ενστίκτου; Είναι και ένστικτο, αφορά επίσης το πού θέλεις να πας ως άνθρωπος κι ως χαρακτήρας. Αυτό που εγώ θεωρώ καλή επιλογή, για κάποιον άλλο μπορεί να είναι η χειρότερη. Δεν υπάρχει κανόνας. Εμένα αυτό που με καθοδηγεί έχει να κάνει με το ποιος ηθοποιός ονειρεύομαι να είμαι. Εντούτοις, πολλά πράγματα καθόρισε η συνεργασία με τον Λευτέρη Βογιατζή, σχεδόν μόλις τελείωσα τη σχολή. Είχα την τύχη να είναι η πρώτη μου καλοκαιρινή δουλειά μετά την αποφοίτηση. Αυτό μού έδωσε συγκεκριμένη κατεύθυνση στα πράγματα. Στο επιτελείο ήταν όλοι σπουδαίοι. Κάναμε έξι μήνες πρόβα για την Αντιγόνη και στους πρώτους τρεις ήμουνα σε κατάσταση σοκ, με το στόμα ανοιχτό. Η εμπειρία εκείνη καθόρισε την αισθητική μου, έμαθα να «διαβάζω» ένα θεατρικό κείμενο, να το καταλαβαίνω, να το ξεψαχνίζω. Και συνειδητοποίησα και προς τα πού θέλω να πορευτώ.
–Σε ποιο βαθμό σήμερα εξακολουθείς να ανακαλύπτεις ξανά και ξανά καινούργια πράγματα; Σε πολύ μεγάλο βαθμό. Με κινεί η περιέργεια, γενικώς. Και στη ζωή αλλά και ειδικά στο θέατρο. Ψάχνω συνέχεια, καινούρια έργα, καινούριους ή άλλους σκηνοθέτες, νέες προκλήσεις. Δεν εφησυχάζω. Αυτή η περιέργεια με κάνει να θέλω συνέχεια να ψάχνω, να βρίσκω, να μαθαίνω καινούργια πράγματα, να γνωρίζω ανθρώπους που να θέλω να συνεργαστώ και να διαβάζω συνεχώς.
-Τι ονειρεύεσαι από εδώ και πέρα; Έχεις ακόμα όνειρα και θέλγητρα για ρόλους; Εννοείται. Εύχομαι στον εαυτό μου να μη σταματήσω ποτέ να ονειρεύομαι ή να μη σταματήσω ποτέ να είμαι περίεργος. Θέλω να μου τυχαίνουν πάντα σπουδαία κείμενα και συνεργασίες με ανθρώπους που θα με πάνε μισό βήμα παρακάτω, θα με μετακινήσουν κάπως. Αυτός είναι ο ηθοποιός που θέλω να γίνω. Θέλω να πιστεύω ότι έτσι θα νιώθω πάντα. Θα σου πω το όνειρό μου αυτόν τον καιρό, αλλά είναι δύσκολο: να παίξω τον Οιδίποδα στον αρχαιολογικό χώρο της Αμαθούντας.
–Τη σκηνή τη βλέπεις περισσότερο σαν ιερό χώρο ή σαν αρένα; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Τη βλέπω σαν τόπο έκφρασης, έναν τόπο έκθεσης απόλυτα δημοκρατικό όπου δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα και μπορείς να φανερώσεις πολλά. Αν έχει μια ιερότητα είναι από την άποψη ότι αποπνέει σεβασμό. Σεβασμό από σένα προς το κοινό κι από το κοινό προς τη σκηνή. Αν θεωρήσουμε ότι είναι ένας τόπος ιερός, κατά τη δική μου θεώρηση αυτό με περιορίζει. Η σκηνή είναι τόπος ελευθερίας. Μια ελευθερία όμως που πρέπει να έχει κανόνες και όρια, γιατί μετά γίνεται ασυδοσία και η σκηνή δεν χωράει την ασυδοσία.
–Παρουσιάζεις τον «Οιδίποδα» σε μορφή μονολόγου. Πώς αλλάζει η σχέση με το έργο όταν καλείσαι να ενσαρκώσεις όλους τους χαρακτήρες; Ο Οιδίποδας ήταν και είναι από τα αγαπημένα μου έργα. Εδώ και πολλά χρόνια ήθελα να καταπιαστώ. Ούτως ή άλλως, είμαι δηλωμένος λάτρης του αρχαίου δράματος. Όταν συναντηθήκαμε με τη σκηνοθέτρια Σοφία Αντωνίου και τη σκηνογράφο Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη κι έπεσε σαν ιδέα ο Οιδίποδας με τη μορφή μονολόγου, κάναμε μια στιγμιαία παύση, κοιταχτήκαμε, αλλά δεν μας φόβισε καθόλου. Και οι τρεις έχουμε μια ιδιαίτερη σύνδεση με αυτό το κείμενο και θέλαμε κάτι συγκεκριμένο να πούμε όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά μέσα από αυτό. Προσωπικά, πιστεύω πολύ στην έρευνα. Δώσαμε στη δουλειά αυτή την πολυτέλεια του χρόνου, μέσα σε όλα τα υπόλοιπα που κάναμε, αφιερώσαμε πολλές απλήρωτες εργατοώρες από την καρδιά μας. Των προβών προηγήθηκαν τουλάχιστον έξι μήνες έρευνας.

–Ένιωσες ότι ένας τέτοιος μονόλογος σε φέρνει πιο κοντά στην ουσία της υποκριτικής; Η ενασχόληση μ’ αυτό σε φέρνει πιο κοντά στα υποκριτικά σου μέσα. Κατά την έρευνα που κάναμε προσπαθήσαμε να βρούμε τρόπους κι αυτό ωφέλησε τη φαντασία και την ευελιξία μας. Αν αυτό είναι η ουσία της υποκριτικής, τότε ναι, μάς έφερε πιο κοντά. Ο Οιδίποδας ταλανίζεται από ένα μεγάλο και πανανθρώπινο ερώτημα, που θα είναι πάντα επιτακτικό: ποιος είμαι; Αυτό τον τρώει. Αυτό μάς έτρωγε και ως δημιουργική ομάδα. Ποιος είμαι ως ηθοποιός; Ποιο είναι το υποκριτικό στίγμα που θέλω να έχω; Ποιος είμαι ως άνθρωπος, ποια είναι η ταυτότητά μου; Ειδικά το θέμα της ταυτότητας, τα τελευταία χρόνια είναι ακόμη πιο επιτακτικό. Είναι η πρόκληση αν αντέχω να μάθω ποιος είμαι. Αυτός δεν άντεξε. Όταν βρήκε φως, έχασε το φως του.
-Τι μάς λέει αυτό για το τίμημα της αυτογνωσίας; O Οιδίποδας κινείται καθαρά από μια ισχυρή ελεύθερη βούληση. Θέλει να μάθει κι όλοι γύρω τον προειδοποιούν να σταματήσει. Δεν ακούει. Θέλει να φτάσει στην αυτογνωσία. Το τίμημα εξαρτάται από το πόσο το αντέχεις μετά.
–Με τι μοιάζει ο δικός σου η Οιδίποδας; Μέσω αυτού έφτασες κι εσύ σε μια δική σου αυτογνωσία; Είναι ένας άνθρωπος απλός. Αυτό είναι κάτι που είχα στο μυαλό πολύ έντονα. Ξέρεις τον μύθο του Περιπλανώμενου Ιουδαίου; Η κατάρα του είναι να γυρνάει ανά τους αιώνες, στον χώρο και στον χρόνο και να λέει ξανά και ξανά την ιστορία του. Αυτόν είχα στο μυαλό μου, έναν άπολι, έναν άπατρι, έναν ραψωδό. Γυρνάει από μέρος σε μέρος με τα ελάχιστα πραγματάκια του και αφηγείται- ζει την ιστορία του Οιδίποδα προσπαθώντας να καταλάβει και ο ίδιος ποιος είναι. Ο δικός μας Οιδίποδας δεν είναι βασιλιάς, δεν είναι κανένας σπουδαίος, είναι ένας άνθρωπος του δρόμου, ένας άστεγος, ένας ταλαιπωρημένος που γυρνάει στο χώρο και στο χρόνο και λέει την ιστορία για να καταλάβει. Σε κάθε πρόβα και κάθε παράσταση που κάναμε και στους δύο κύκλους δεν υπάρχει περίπτωση να μη μετακινηθώ έστω και λίγο. Αυτή τη δύναμη έχουν αυτά τα κείμενα. Όταν ανοίξεις μέσα σου χώρο τα αφήνεις κάπως να σε ποτίσουν, να σου αποκαλυφθούν.
–Πού τελειώνει ο ρόλος και πού αρχίζει η προσωπική αλήθεια; Ο ρόλος είναι ρόλος, η προσωπική αλήθεια είναι προσωπική αλήθεια. Ως ηθοποιός προσπαθώ να μην τα συγχέω αυτά. Η ενασχόληση με το κείμενο είναι ένα μέσο για να προσεγγίσει κάπως κάποιος την προσωπική του αλήθεια.

–Σήμερα φοβόμαστε περισσότερο ή λιγότερο να γνωρίσουμε τον εαυτό μας; Παρατηρείται μια έξαρση, όλοι κάνουν ψυχοθεραπεία, έχει γίνει σχεδόν μόδα. Αν μη τι άλλο, είναι μια χρήσιμη μόδα. Όταν φτάσεις στο σημείο να πλησιάσεις τον εαυτό σου μπορεί να αρχίσεις να αντιδράς, να μην το πολυδέχεσαι, αλλά σίγουρα έχεις ωφεληθεί. Τη φοβόμαστε και θα τη φοβόμαστε πάντα την αυτογνωσία. Είναι σκληρό να βλέπεις καθαρά τον εαυτό σου όπως είναι. Δεν ξέρω αν κάποιος μπορεί να το δεχτεί 100% και πόσα χρόνια ψυχανάλυσης μπορεί να χρειάζεται. Είναι ένας φόβος μέσα στους πολλούς που ο θνητός άνθρωπος οφείλει να αντιμετωπίσει. Μοιάζει σχεδόν με τον φόβο του θανάτου. Όταν φτάσεις εκεί καταλαβαίνεις ότι η διαδρομή είναι συγκεκριμένη, δεν έχει παρεκκλίσεις. Αυτός ήταν ο σκοπός μας, να διανύσουμε όλη τη διαδρομή. Μας ενδιέφερε να ερευνήσουμε με ποιον τρόπο σήμερα το αρχαίο δράμα μπορεί να αφορά τον σημερινό άνθρωπο, να τον αγγίξει χωρίς να είναι πομπώδες ή απρόσιτο.
–Τι σημαίνει για σένα η διάκριση με το Βραβείο Κουν για την ερμηνεία σου; Η σκέψη μας είναι ότι επιβραβεύτηκε η έρευνα που κάναμε κι αυτό μας έδωσε τεράστια χαρά για να τη συνεχίσουμε.
- INFO «Οιδίποδας Τύραννος» σε σκηνοθεσία της Σοφίας Αντωνίου, Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 12 και 13 Μαΐου, 8.30μ.μ. Διάρκεια: 100′. 77777745 rialto.interticket.com
Ελεύθερα, 10.5.2026