Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Ο δείκτης DAX 30 παρακολουθεί την απόδοση των μετοχών των 30 πιο ποιοτικών εταιρειών (blue chip), που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης.

Στις 24 Αυγούστου του 2020, η μετοχή της εταιρείας Delivery Hero, γνωστή στην Κύπρο από την εξαγορά της πλατφόρμας Foody, εντάχθηκε στον δείκτη. Τον Ιούνιο του 2020, προηγήθηκε η διαγραφή από τον δείκτη της μετοχής της Wirecard, μιας γνωστής εταιρείας ηλεκτρονικών πληρωμών, η οποία κατέρρευσε μετά την παραδοχή ότι περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ ή 25% του ισολογισμού της, δεν μπορούσαν να εντοπιστούν.

H Wirecard ήταν η πρώτη εταιρεία στην ιστορία του DAX 30 που διαγράφηκε λόγω χρεοκοπίας. Ως απότοκο, ο DAX 30 ανακοίνωσε την αύξηση των εταιρειών του από 30 σε 40, καθώς και αλλαγές στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιες για ένταξη εταιρείες. Κατέστησε επίσης υποχρεωτική τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης της χώρας.

Για το ιστορικό της υπόθεσης σημειώνεται ότι η μετοχή της Wirecard εντάχθηκε στον DAX 30 στις 24 Σεπτεμβρίου του 2018, με αξιοσημείωτο γεγονός, κατά την ένταξή της, την ψηλότερη κεφαλαιοποίηση από την Deutsche Bank. Πολλοί μάλιστα σκιαγραφούσαν το μέλλον των λεγόμενων FinTechs, έναντι των παραδοσιακών τραπεζών, με παραλληλισμούς τύπου «Δαυίδ και Γολιάθ».

Η αξιολόγηση των λόγων της κατάρρευσης οδήγησε σε αυστηρή κριτική εναντίον όλων των εμπλεκομένων. Από το τι θα έπρεπε να είχε πράξει το εποπτικό συμβούλιο (Supervisory Board) της εταιρείας, αρμόδιο για την επίβλεψη της διεύθυνσης (Management Board) -στη Γερμανία εφαρμόζεται δυαδικό πλαίσιο διακυβέρνησης- μέχρι την αποτελεσματικότητα της Ernst & Young Γερμανίας, των εξωτερικών ελεγκτών της εταιρείας.

Κάποιοι άλλοι ανήγαγαν τις ευθύνες σε πολιτικό επίπεδο, αφού η BaFin, η εποπτική αρχή της Γερμανίας, είχε κινήσει ποινικές διαδικασίες εναντίον δύο δημοσιογράφων της Financial Times, οι οποίοι σε άρθρο τους εντόπιζαν λογιστικές παρατυπίες στη Wirecard, περίπου ένα χρόνο πριν την κατάρρευση. Ακόμη, υπήρχαν φυσικά και εκείνοι που επέκριναν τις «δυνατότητες» που παρέχει η τεχνολογία για τέτοιου είδους απάτες.

Ένα από τα σοβαρότερα ερωτήματα που τίθενται είναι αν όντως το σκάνδαλο της Wirecard είναι τόσο ξεχωριστό. Με βάση την αρθρογραφία, η κατάρρευση της Wirecard οφείλεται στο συνδυασμό ενός αριθμού παραγόντων.

Τέτοιοι είναι, η διατήρηση των ίδιων εξωτερικών ελεγκτών για μεγάλο χρονικό διάστημα, στην προκειμένη περίπτωση 10 χρόνια, το πολύπλοκο επιχειρηματικό μοντέλο, οι διεθνείς εξαγορές χωρίς ιδιαίτερο νόημα, οι διογκωμένες διεθνείς εργασίες που οδήγησαν σε δυσνόητους οικονομικούς λογαριασμούς, η επίθεση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που επέκριναν την εταιρεία και το συμβούλιο που δεν γνώριζε καλά τη λειτουργία της.

Είναι τα πιο πάνω νεοφανή ή επαναλαμβανόμενα;

Με μια σύντομη αναδρομή σε ευρωπαϊκά εταιρικά σκάνδαλα, εντοπίζει κανείς αριθμό παρόμοιων υποθέσεων σε διάφορους οικονομικούς τομείς.

Η κατάρρευση της ιταλικής Parmalat, το 2004, ως αποτέλεσμα απάτης που εκτιμάται ότι διήρκεσε 13 χρόνια (1990 με 2003), παρουσιάζει ομοιότητες με αυτή της Wirecard. Εργασίες και ζημιές της Parmalat στη Λατινική Αμερική, διπλή χρέωση εσόδων και επιβολή μετά την κατάρρευση προστίμων από τις αρχές στους εμπλεκόμενους, επί σειρά ετών, εξωτερικούς ελεγκτές της εταιρείας, συνθέτουν την υπόθεση.

Παρόμοιες συνθήκες καταγράφονται και στην κατάρρευση της βρετανικής Carillion, το 2018. Παραφουσκωμένοι λογαριασμοί, εξωτερικοί ελεγκτές που δεν εντόπισαν τις λογιστικές παρατυπίες και βουλευτές να ζητούν να είναι υπόλογοι οι ελεγκτές στη βρετανική Βουλή, αποτελούν τα κύρια στοιχεία της υπόθεσης. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της Guardian, για απερισκεψία, ύβρη και απληστία (recklessness, hubris and greed).

Το σκάνδαλο της Danske Bank, της μεγαλύτερης τράπεζας της Δανίας, το οποίο αποκαλύφθηκε το 2018, κινείται επίσης στις ίδιες γραμμές. Στην προκειμένη, η συγχώνευση με τη φινλανδική Sampo Bank, οδήγησε στην απόκτηση ενός τραπεζικού υποκαταστήματος στην Εσθονία, μέσω του οποίου διενεργήθηκε, μεταξύ 2007 και 2015, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος περίπου €200 δισ., κατά κάποιους, το μεγαλύτερο στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελλιπείς έλεγχοι από τις εποπτικές αρχές της Δανίας και της Εσθονίας, εσωτερικές διαδικασίες που δεν λειτούργησαν και παραγνώριση σοβαρών ενδείξεων, όπως το κλείσιμο του λογαριασμού δολαρίου από μια ανταποκρίτρια τράπεζα και μια εσωτερική καταγγελία υπαλλήλου το 2013, αποτελούν τα κύρια στοιχεία και αυτής της υπόθεσης.

 

Μέτρα αποφυγής σκανδάλων

H ανάδειξη ενός σκανδάλου προκαλεί συνήθως σχόλια και αριθμό εισηγήσεων, όπως τον πιο αυστηρό εποπτικό έλεγχο σε κρατικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο, την αυστηρότερη επίβλεψη των ελεγκτικών οίκων, τις νομικές ευθύνες, τις ικανότητες της διεύθυνσης και των διοικητικών συμβουλίων κλπ.

Η σωστή λειτουργία μιας εταιρείας και μιας οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα όλων των εμπλεκομένων να διαδραματίσουν σωστά και αποτελεσματικά το ρόλο τους.

Για παράδειγμα, η πίεση των μετόχων για διαφάνεια και τακτική αλλαγή των εξωτερικών ελεγκτών θα ανάγκαζε το εποπτικό συμβούλιο της Wirecard να αλλάζει τους ελεγκτές της και πιθανότατα να εντοπίζονταν νωρίτερα οι λογιστικές παρατυπίες. Αντίστοιχα, η απαίτηση της επιτροπής κινδύνων της Danske Bank για να αξιολογηθούν, μετά τη συγχώνευση με τη Sampo Bank, οι διαδικασίες καταπολέμησης ξεπλύματος βρώμικου χρήματος από έναν εμπειρογνώμονα θα αναδείκνυε ενδεχομένως τα κενά στο υποκατάστημα στην Εσθονία, ενώ η πίεση από τους μετόχους για τη δημιουργία μιας πολιτικής για εσωτερικές καταγγελίες θα βοηθούσε τη Carillion να αξιολογήσει σωστά τις ανησυχίες κάποιων στελεχών.

Όπως καταγράφει στα ευρήματα της, το 1992, η εμβληματική έκθεση του Cadbury Committee “The financial aspects of corporate governance”, η βελτίωση του επιπέδου της εταιρικής διακυβέρνησης δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με δομές και κανονισμούς, αλλά με ένα σωστό πλαίσιο, το οποίο να επιτρέπει στις δομές και τους κανονισμούς να λειτουργήσουν ορθά.

Κάποιες από τις εισηγήσεις του Cadbury Committee, παρά το μεγάλο αριθμό πλαισίων εταιρικής διακυβέρνησης που έχουν δημοσιευθεί από το 1992, είναι διαχρονικές.

Για παράδειγμα, σημαντική είναι η αναφορά στη σχέση μεταξύ μετόχων και διοικητικού συμβουλίου, για την οποία η Επιτροπή σημειώνει ότι με το διορισμό ενός συμβουλίου οι μέτοχοι εκχωρούν ουσιαστικά τα δικαιώματά τους στα μέλη του. Τονίζει ταυτόχρονα την υποχρέωση των μετόχων να εξασκούν αποτελεσματικό έλεγχο μέσω των γενικών συνελεύσεων και των συμβουλίων να εφαρμόζουν μηχανισμούς για τη σωστή λειτουργία των γενικών συνελεύσεων.

Η σημαντικότερη κατά την άποψη μου αναφορά, είναι η εισαγωγή της έκθεσης, στην οποία αναφέρεται ότι η οικονομία της Βρετανίας εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών της χώρας και ότι τα συμβούλια πρέπει να έχουν την ευχέρεια να αναπτύσσουν τις εταιρείες τους μέσα σε ένα πλαίσιο, που να προωθεί την αποτελεσματικότητα αλλά και τη λογοδοσία.

Ένα πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης δεν αποτελεί πανάκεια στα προβλήματα των εταιρειών, αποτελεί όμως μια καλή βάση, ιδιαίτερα εάν υπάρχει το υπόβαθρο που να ενθαρρύνει και να προωθεί τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων (stakeholders) στη λειτουργία μιας εταιρείας.

Η επιτυχία ενός πλαισίου αποδίδεται στην ικανότητα των εξωτερικών και εσωτερικών εμπλεκόμενων φορέων να τηρούν την ισορροπία που δεν «πνίγει» το επιχειρηματικό πνεύμα, το οποίο οδηγεί στην ανάπτυξη των εταιρειών, χωρίς φυσικά να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα μιας εταιρείας, αποτρέποντας δηλαδή την αλόγιστη χρήση των πόρων και την υπέρμετρη ανάληψη κινδύνων.

Η επίτευξη της ισορροπίας απαιτεί συνήθως τα αυτονόητα, καλή συνεργασία, διαφάνεια, στρατηγική σκέψη, συνεχή αξιολόγηση και βελτίωση, τα οποία όμως η ανθρώπινη φύση πολλές φορές παραμερίζει και καθιστά ανέφικτα, οδηγώντας τις εταιρείες σε συμβιβασμούς και περιπέτειες.

 * Συνιδρυτή, LT Synergy (www.ltsynergy.eu)