Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παράνομα ανεγερθείσας οικοδομής θεωρείται αναπόφευκτη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ασήμαντης παρέκκλισης το δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας να αρνηθεί την έκδοσή του. Μέλημα του δικαστηρίου είναι η εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας και η αποκατάσταση της νομιμότητας και είναι αδιάφορο για το δικαστήριο οι συνεννοήσεις που έχουν γίνει από μέρους ιδιωτών ή οι τυχόν διαφορές μεταξύ τους. Όπου όμως κάποιος καταφεύγει στη Δικαιοσύνη για να εξασφαλίσει διάταγμα κατεδάφισης με αλλότριο σκοπό και η επιδίωξή του ισοδυναμεί με κατάχρηση της προσφερόμενης διαδικασίας, το δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε έκδοση του διατάγματος. Ανάλογα και όταν η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συνόλου της οικοδομής θα αποτελούσε δυσανάλογη τιμωρία. Ο κανόνας είναι να εκδίδεται πάντοτε διάταγμα κατεδάφισης παράνομα ανεγερθείσας οικοδομής όσο μικρή και να θεωρείται η παράβαση, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικά η τήρηση του νόμου και κανένας να μην μπορεί να αποκτήσει δικαιώματα που δεν τα δικαιούται, ανεξάρτητα από τις δικαιολογίες που μπορεί να προτάξει ή από τις υποσχέσεις που ενδεχόμενα να του έχουν δοθεί.

Το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο από τη σκοπιά ιδιοκτήτη ή επιχειρηματία ανάπτυξης γης όσο και από τη σκοπιά ενοικιαστή που προβαίνει σε προσθήκες ή επεκτάσεις στο υποστατικό που ενοικιάζει χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια Αρχή και το χρησιμοποιεί χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην Π.Ε.157/2019 ημερ.9.7.2020 που εξέδωσε ο δικαστής κ. Μ. Χριστοδούλου, εξέτασε τις αιτιάσεις ενοικιαστή, ο οποίος παραδέχθηκε δύο κατηγορίες για παραβιάσεις του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, που αφορούσαν την ανέγερση και τη χρήση οικοδομής χωρίς άδεια και χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Το δικαστήριο πρωτόδικα του επέβαλε ποινή προστίμου και τον διέταξε να κατεδαφίσει τις προσθήκες και επεκτάσεις που προέβη στο ισόγειο και όροφο της οικοδομής και να παύσει να την χρησιμοποιεί εκτός και αν εξασφάλιζε μέσα σε δύο μήνες πιστοποιητικό έγκρισης για ό,τι παράνομα πρόσθεσε. Ο ενοικιαστής διατεινόταν ότι το διάταγμα αντιστρατεύεται το Νόμο και τη νομολογία, εφόσον επηρεάζει την περιουσία τρίτου, του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν ήταν κατηγορούμενος στην υπόθεση και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παραπλανήθηκε και παραπλάνησε και τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, δηλαδή ότι μπορεί να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης ασχέτως αν ο ιδιοκτήτης δεν περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο. Υπέβαλε ότι εφόσον ο ιδιοκτήτης δεν ήταν κατηγορούμενος δεν θα έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα, το οποίο επηρεάζει τα δικαιώματά του και ως εκ τούτου είχε λόγο στην όλη διαδικασία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα, αφού στην προκειμένη περίπτωση οι παράνομες προσθήκες έγιναν από τον ενοικιαστή και κάτοχο της οικοδομής, χωρίς ο ίδιος να ισχυριστεί ότι προέβη σε αυτές μετά από έγκριση του ιδιοκτήτη. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι η έκδοση του διατάγματος θα επηρέαζε οποιαδήποτε περιουσιακά δικαιώματα του ιδιοκτήτη, εφόσον αυτά περιορίζονταν στην οικοδομή που παρέδωσε στον ενοικιαστή και όχι σε ό,τι ο τελευταίος παράνομα πρόσθεσε σε αυτή. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και ούτε παραπλάνησε και τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, καθότι δυνάμει του άρθρου 20(3)(α) του Νόμου, είχε διακριτική ευχέρεια στην έκδοση του διατάγματος για τις κατηγορίες που ο ενοικιαστής παραδέχθηκε και για τις οποίες το διάταγμα εκδόθηκε. Η αναφορά που έγινε από μέρους του ενοικιαστή σε σχετική νομολογία δεν τον βοήθησε, αφού τα γεγονότα ήταν διαφορετικά και εκεί οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι ότι ανέχθηκαν και επέτρεψαν την έναρξη εργασιών χωρίς άδεια, η συμπλήρωση των οποίων έγινε από τους αγοραστές των διαμερισμάτων, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και οι κάτοχοι τους. 

Γι’ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέροντας τα ανωτέρω, πρόσθεσε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση δεν εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης των ολωσδιόλου παράνομων οικοδομών, εφόσον οι αγοραστές των διαμερισμάτων ουδέποτε κατηγορήθηκαν για οποιοδήποτε αδίκημα σύμφωνα με το Νόμο και επομένως δεν βρίσκονταν ενώπιον του δικαστηρίου παρά το ότι τα περιουσιακά τους δικαιώματα θα επηρεάζονταν από τυχόν διάταγμα κατεδάφισης. Σε άλλη υπόθεση που αναφέρθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι παρανομίες ήταν εκτεταμένες, οι κατηγορούμενοι δεν εξασφάλισαν τις σχετικές άδειες και οι οικοδομές ήταν επικίνδυνες. Δεν υποδείχθηκε λόγος γιατί το δικαστήριο να μην εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης, όταν μάλιστα δεν υπήρχαν ένοικοι σε αυτές, γι’ αυτό προχώρησε στην έκδοσή του. 

* Δικηγόρου στη Λάρνακα