Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Το δικαίωμα για αποζημίωση προσώπου που ζημιώθηκε από πράξη, απόφαση ή παράλειψη διοικητικού οργάνου ή αρχής που κηρύχθηκε άκυρη κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου κατοχυρώνεται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι μπορεί να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να απευθυνθεί στη διοίκηση ζητώντας την ικανοποίηση του αιτήματος του και αν αυτή δεν ανταποκριθεί, τότε είναι που δημιουργείται το αγώγιμο δικαίωμα του. Αυτό μπορεί να διεκδικηθεί με την καταχώρηση αγωγής ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να εξετάσει το θέμα και να αποφασίσει για τις ισχυριζόμενες ζημίες. Το μέτρο της αποζημίωσης που καθορίζεται από την ανωτέρω συνταγματική πρόνοια είναι η απόδοση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να παράσχει. Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και διοίκησης και η υπαιτιότητα είναι ζωτικής σημασίας στον καθορισμό της. 

Το πρόσωπο που θεωρεί τον εαυτό του ως ζημιωθέντα, εφόσον υπάρξει νέα διοικητική πράξη που δεν τον ικανοποιεί, έχει δικαίωμα να την αμφισβητήσει με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η ύπαρξη της νέας προσφυγής ή ακόμη σε περίπτωση που ο επηρεαζόμενος αποφασίσει να μην προσφύγει, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή για αποζημίωση στη βάση της προηγούμενης διοικητικής απόφασης που ακυρώθηκε. Το ερώτημα που συνήθως τίθεται είναι ποια είναι η αποζημίωση που ο επηρεαζόμενος δικαιούται, το οποίο απαντάται στην απόφαση της Δικαστού κας Α. Πανταζή – Λάμπρου ημερ.25.6.2020 που κλήθηκε να αποφασίσει αν το μέτρο της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης / θεραπείας είναι δυνατόν να καλύπτει τυχόν διαφυγόν κέρδος λόγω της απώλειας ευκαιρίας ενός προσφοροδότη να του ανατεθεί μια δημόσια σύμβαση σε διαδικασία προσφορών που κινεί μια δημόσια αρχή. Συγκεκριμένα, ο προσφοροδότης που αποκλείστηκε και πέτυχε ακυρωτική απόφαση εναντίον Κοινοτικού Συμβουλίου, αξίωνε με αγωγή συγκεκριμένο ποσό ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146.6, καθώς και γενικές ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω απώλειας κέρδους.

Ο διαγωνισμός αφορούσε παροχή υπηρεσιών και ο προσφοροδότης αξίωνε συγκεκριμένο ποσό, το οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν το ποσό του καθαρού κέρδους του αν το Κοινοτικό Συμβούλιο του κατακύρωνε το διαγωνισμό όντας ο χαμηλότερος προσφοροδότης. Το Δικαστήριο επί του βάσιμου της αξιούμενης θεραπείας, έκρινε ότι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την παραδεκτή καταχώρηση της αγωγής τηρούνταν και προχώρησε στην εξέταση του ζητήματος αν ο προσφοροδότης πράγματι υπέστη ζημιά ως άμεση συνέπεια από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση. Πρόσθεσε ότι δεν είναι κάθε ακυρωθείσα απόφαση που αφήνει κατάλοιπο ζημιάς σε ένα προσφοροδότη ούτε κάθε ακυρωτική απόφαση γεννά δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης. Εξαρτάται από τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. 

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσοστό του διαφυγόντος καθαρού κέρδους που απαιτούσε ο προσφοροδότης ήταν πολύ μεγάλο – 40% και δεν τεκμηριώθηκε, παρά μόνο 14%. Έκρινε ότι «το άρθρο 146.6 του Συντάγματος για να είναι συμβατό και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που η εύλογη και δίκαιη αποζημίωση να αποδίδει αποτελεσματική προστασία στο θιγόμενο συμφέρον του προσφοροδότη και να είναι ανάλογο του μεγέθους της ζημιάς που αυτός έχει υποστεί από την παράνομη πράξη ή απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου». Πρόσθεσε ότι δεν θεωρεί κατάλληλο το να αποκλείεται εκ προοιμίου η απόδοση του διαφυγόντος κέρδους ως τέτοιας θεραπείας. Οι δικαστικές παραδόσεις κρατών μελών της ΕΕ, στις οποίες αναφέρθηκε, δείχνουν ότι έχει αναγνωριστεί μια τέτοια θεραπεία ως αναγκαία για να υπάρχει αποτελεσματική προστασία του θιγόμενου προσφοροδότη που απώλεσε την ευκαιρία να του ανατεθεί η σύμβαση λόγω σφάλματος από την αναθέτουσα αρχή. 

Άλλωστε, το Δικαστήριο τόνισε, αυτό το μέτρο θεραπείας θέτει τα πράγματα στην ίδια βάση που θα ήταν αν ο εν λόγω προσφοροδότης αναλάμβανε την εκτέλεση της σύμβασης και η αναθέτουσα αρχή προέβαινε σε διάρρηξη της σύμβασης αμέσως πριν ο προσφοροδότης αρχίσει οποιαδήποτε εργασία. Το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για τη διάρρηξη συμβολαίων συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά. Το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του προσφοροδότη το ποσό που αντιστοιχούσε στο 14% για το διαφυγόν καθαρό κέρδος που απώλεσε. 

* Δικηγόρου στη Λάρνακα.