Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Η δύσκολη περίοδος, μεσούσης της οποίας εκδόθηκε η σημαντικότερη ίσως απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου τα τελευταία χρόνια, εξηγεί την κάπως μετριοπαθή αντίδραση των επηρεαζόμενων και την υποβάθμιση της ως «είδηση», αν αναλογιστεί κανείς τις σημαντικότατες προεκτάσεις και τους ενδεχόμενους κινδύνους που ελλοχεύει η διαχρονική παγίωση της.
Ο λόγος για την απόφαση “Αυγουστή (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Αρ. 177/18 κ.α. ημερ. 10/4/2020). Η απόφαση είναι ασφαλώς σεβαστή, όμως η καλόπιστη κριτική στη δομή και το συλλογισμό αυτής είναι αναγκαία σε ένα κράτος δικαίου.
Το καινοφανές σημείο της πλειοψηφούσα απόφασης, ήταν ότι ανήγαγε μια άγνωστη για το Κυπριακό Σύνταγμα θεωρία, περί του άθικτου του «πυρήνα του δικαιώματος», στο μόνο κριτήριο για τη διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας ή μη των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις. Επικαλούμενη τη θεωρία αυτή, αποφάσισε ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας( Άρθρο 23 Συντάγματος), δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη συγκεκριμένου ύψους και άρα περιορισμοί επιτρέπονται εκτός αν συντρέχει η περίπτωση διακινδύνευσης της «αξιοπρεπούς διαβίωσης», η οποία πάντως ως έννοια παρέμεινε απροσδιόριστη.
Αρκετοί έγκριτοι νομικοί, συμφωνώντας με την προσέγγιση των τεσσάρων μειοψηφούντων δικαστών, διαφώνησαν με την απόφαση της πλειοψηφίας, με το σκεπτικό ότι το άρθρο 23 Σ ορίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις που δικαιολογούν τυχόν περιορισμούς του δικαιώματος ιδιοκτησίας, και σε αυτές δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας που πρόταξε η Δημοκρατία (κατ’ έφεση) για να δικαιολογήσει τις περικοπές. Ταυτόχρονα, παραβλέφθηκε πως το να αφορούν οι περιορισμοί λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 23 Σ αποτελεί προϋπόθεση sine qua non για την όποια περαιτέρω συζήτηση περί προσβολής ή μη του ‘πυρήνα’ του δικαιώματος. Η άποψη αυτή είχε υιοθετηθεί στην προγενέστερη απόφαση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 361, όπου κρίθηκε αντισυνταγματική η περιστολή των διπλών συντάξεων κρατικών αξιωματούχων, και εκεί η προσέγγιση της Ολομέλειας, διέφερε ουσιωδώς. Με βάση το σκεπτικό της, μόνο εφόσον οι περιορισμοί ενός συνταγματικού δικαιώματος είναι (α) νομοθετικά θεσπισμένοι και (β) επιτρεπτοί, εξετάζεται το (γ) κριτήριο ήτοι, αν είναι απολύτως απαραίτητοι και αν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (ως προς το ύψος, διάρκεια, έκταση). Οι αποκοπές που εξετάστηκαν στην Αυγουστή, δεν δικαιολογούνταν από ένα εκ των λόγων που προβλέπει το Άρθρο 23 Σ (κριτήριο (β)), και άρα ήταν αντισυνταγματικές. Κάθε περαιτέρω συζήτηση, ως προς το (γ) κριτήριο παραμένει κενή ουσίας.
Ανοίγει ο δρόμος για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ)
Όσοι ήταν διάδικοι στην υπόθεση Αυγουστή, μπορούν βεβαίως να προσφύγουν στο ΕΔΑΔ εντός 9μηνης προθεσμίας από την έκδοση της απόφασης Αυγουστή.
Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) την Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Σημειώνεται όμως ότι αυτό, επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (γενικά), ενώ το Άρθρο 23.3 Σ όχι. Το δεδομένο αυτό, σηματοδοτεί και τη δυσκολία στην προώθηση της υπόθεσης στο ΕΔΑΔ, αποκλειστικά, στη βάση της παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί ότι, ενόψει της οικονομικής κρίσης που έπληξε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες, τα τελευταία χρόνια, το ΕΔΑΔ αύξησε την επιρροή του ‘περιθωρίου εκτίμησης’ («margin of appreciation») σε σχέση με την προστασία των κοινωνικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, αφήνοντας έτσι στα κράτη-μέλη την εκτίμηση του πλαισίου εντός του οποίου επιθυμούν να κινηθούν επιλέγοντας, αναλόγως, τα μέτρα λιτότητας που θεωρούν αναγκαία. Βεβαίως, ελέγχεται σε κάθε περίπτωση από το ΕΔΑΔ, αν υφίσταται ‘δίκαιη ισορροπία’ μεταξύ του γενικού συμφέροντος που υπαγόρευσε τις μειώσεις και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων.
Όσοι ήταν διάδικοι στην υπόθεση Αυγουστή, μπορούν βεβαίως να προσφύγουν στο ΕΔΑΔ εντός 9μηνης προθεσμίας από την έκδοση της απόφασης Αυγουστή.
Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) την Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Σημειώνεται όμως ότι αυτό, επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (γενικά), ενώ το Άρθρο 23.3 Σ όχι. Το δεδομένο αυτό, σηματοδοτεί και τη δυσκολία στην προώθηση της υπόθεσης στο ΕΔΑΔ, αποκλειστικά, στη βάση της παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί ότι, ενόψει της οικονομικής κρίσης που έπληξε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες, τα τελευταία χρόνια, το ΕΔΑΔ αύξησε την επιρροή του ‘περιθωρίου εκτίμησης’ («margin of appreciation») σε σχέση με την προστασία των κοινωνικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, αφήνοντας έτσι στα κράτη-μέλη την εκτίμηση του πλαισίου εντός του οποίου επιθυμούν να κινηθούν επιλέγοντας, αναλόγως, τα μέτρα λιτότητας που θεωρούν αναγκαία. Βεβαίως, ελέγχεται σε κάθε περίπτωση από το ΕΔΑΔ, αν υφίσταται ‘δίκαιη ισορροπία’ μεταξύ του γενικού συμφέροντος που υπαγόρευσε τις μειώσεις και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων.
Γόνιμο έδαφος για προσφυγή στο ΕΔΑΔ προσφέρει και το ‘δικαίωμα σε δίκαιη δίκη’ (άρθρο 6.1 ΕΣΔΑ). Η μη εξέταση (ούτε) από το Εφετείο λόγων ακύρωσης οι οποίοι προβλήθηκαν πρωτόδικα αλλά δεν εξετάστηκαν και η μη παραπομπή των υποθέσεων στο πρωτόδικο δικαστήριο για να τους εξετάσει, ουσιαστικά αποστέρησε από τους Αιτητές του δικαιώματος να λάβουν δικαστική κρίση επί της πλήρους επιχειρηματολογίας τους αποστερώντας τους το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο.
Τα ως άνω αποτελούν μόνο ενδεικτικά σημεία προώθησης των υποθέσεων στο ΕΔΑΔ. Η ενδελεχής ανασκόπηση της νομολογίας του Δικαστηρίου και εφαρμογή της στις περιστάσεις των εδώ προσφευγόντων, είναι αυτή που στο τέλος θα διαμορφώσει και το πλήρες φάσμα της νομικής επιχειρηματολογίας που θα προωθηθεί ενώπιον του.
Οι προοπτικές των εκκρεμουσών προσφυγών
Είναι γεγονός ότι, σε εθνικό επίπεδο, έχει ξεκαθαρίσει πλέον ότι οι αποκοπές που επί σειρά ετών, γίνονται στους μισθούς και συντάξεις, δεν παραβιάζουν αυτόνομα το δικαίωμα ιδιοκτησίας και επομένως το εν λόγω θέμα έχει πλέον περιβληθεί με ισχύ δεσμευτικού προηγούμενου. Αυτό σημαίνει ότι το Διοικητικό δικαστήριο (πρωτόδικο) ενώπιον του οποίου εκκρεμούν προσφυγές, δεν μπορεί να ακυρώσει τις αποφάσεις για μειώσεις και αποκοπές με αναφορά στην παραβίαση του άρθρου 23 Σ.
Τα ως άνω αποτελούν μόνο ενδεικτικά σημεία προώθησης των υποθέσεων στο ΕΔΑΔ. Η ενδελεχής ανασκόπηση της νομολογίας του Δικαστηρίου και εφαρμογή της στις περιστάσεις των εδώ προσφευγόντων, είναι αυτή που στο τέλος θα διαμορφώσει και το πλήρες φάσμα της νομικής επιχειρηματολογίας που θα προωθηθεί ενώπιον του.
Οι προοπτικές των εκκρεμουσών προσφυγών
Είναι γεγονός ότι, σε εθνικό επίπεδο, έχει ξεκαθαρίσει πλέον ότι οι αποκοπές που επί σειρά ετών, γίνονται στους μισθούς και συντάξεις, δεν παραβιάζουν αυτόνομα το δικαίωμα ιδιοκτησίας και επομένως το εν λόγω θέμα έχει πλέον περιβληθεί με ισχύ δεσμευτικού προηγούμενου. Αυτό σημαίνει ότι το Διοικητικό δικαστήριο (πρωτόδικο) ενώπιον του οποίου εκκρεμούν προσφυγές, δεν μπορεί να ακυρώσει τις αποφάσεις για μειώσεις και αποκοπές με αναφορά στην παραβίαση του άρθρου 23 Σ.
Όμως, η απόφαση Αυγουστή δεν εμποδίζει την προώθηση των προσφυγών, επί των υπολοίπων λόγων ακύρωσης που προβάλλονται σε αυτές, οι οποίοι δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως ή κατ’ έφεση και άρα ως προς αυτούς δεν υφίσταται δεσμευτικό προηγούμενο.
Επί παραδείγματι, αναφέρουμε την παραβίαση της αρχής της ισότητας και της μη διάκρισης, ως επίσης και την παραβίαση της φορολογικής ισότητας. Κατά τη θέσπιση των Νόμων που επέβαλλαν μειώσεις και αποκοπές, δεν εξειδικεύθηκε η άμεση κοινωνική ανάγκη για επιλογή και στόχευση των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα έναντι άλλων οι οποίοι ασκούν αμειβόμενη απασχόληση με ανάλογο ωράριο η ωφελήματα, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αυτοί υπερέχουν, έναντι άλλων, ως προς τους όρους εργασίας και ωφελήματα (δομικές ή λειτουργικές διαφορές), ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στην απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, εφόσον η θέση της Δημοκρατίας ήταν ότι πρόκειται για φορολογικούς νόμους, ανέμενε κανείς να παρουσιάσει αριθμητικά ή άλλα δεδομένα που θα δικαιολογούσαν την απόκλιση από την αρχή της ισότιμης κατανομής των βαρών, συμφώνως με την φορολογική ικανότητα εκάστου και με εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
Σημειώνουμε ότι στην προγενέστερη απόφαση Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Αρ. 1480/2011 κ.α. ημερ. 11/6/2014 – το σκεπτικό και αιτιολογία της οποίας υιοθέτησε η πλειοψηφία στην απόφαση Αυγουστή – τα ανωτέρω ζητήματα είχαν εξεταστεί και απορριφθεί με παραπομπή σε νομολογία του ΕΔΑΔ, πλην όμως η εκεί προσέγγιση και επιχειρηματολογία ήταν συγκεκριμένη, ενώ υπάρχουν άλλα ζητήματα και επιχειρήματα τα οποία η εν λόγω νομολογία του ΕΔΑΔ αφήνει ανοικτά προς περαιτέρω εξέταση.
Σημειώνουμε ότι στην προγενέστερη απόφαση Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Αρ. 1480/2011 κ.α. ημερ. 11/6/2014 – το σκεπτικό και αιτιολογία της οποίας υιοθέτησε η πλειοψηφία στην απόφαση Αυγουστή – τα ανωτέρω ζητήματα είχαν εξεταστεί και απορριφθεί με παραπομπή σε νομολογία του ΕΔΑΔ, πλην όμως η εκεί προσέγγιση και επιχειρηματολογία ήταν συγκεκριμένη, ενώ υπάρχουν άλλα ζητήματα και επιχειρήματα τα οποία η εν λόγω νομολογία του ΕΔΑΔ αφήνει ανοικτά προς περαιτέρω εξέταση.
Επιπρόσθετα, δεν εξετάσθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς τη Δημόσια Διοίκηση, όπως επίσης ο ισχυρισμός περί παραβίασης της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι (Άρθρο 26 Σ), λόγω της μονομερούς μεταβολής των απολαβών και ωφελημάτων του δημόσιου υπαλλήλου. Σε σχέση με το τελευταίο, στην Χαραλάμπους απορρίφθηκε παρόμοιος ισχυρισμός, όμως στην Αναφορά 1/2014, απόφαση ημερ.31/10/2014 που ακολούθησε, κρίθηκε ότι το άρθρο 26 Σ κατοχυρώνει όχι μόνο το δικαίωμα κάποιου να εισέρχεται σε σύμβαση αλλά και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της.
Η απόφαση αντιμετωπίστηκε με μια ανακούφιση από τους κυβερνώντες και τα πλείστα πολιτικά κόμματα, καθώς «διασώζει» τα ταμεία του Κράτους την «κατάλληλη στιγμή». Όμως, αν αφεθεί να επικρατεί και καθοδηγεί στο διηνεκές, θα δίνει το πράσινο φως στις εκάστοτε κυβερνήσεις για αυθαίρετες επεμβάσεις σε μισθούς και συντάξεις στη βάση της θεωρίας «περί του άθικτου του πυρήνα του δικαιώματος», που αν χρησιμοποιηθεί σαν πανάκεια, θα μετατρέψει τις εξαιρέσεις σε κανόνα, και θα οδηγεί σε αγώνες για δικαστική αναγνώριση του αυτονόητου. Ότι δηλαδή το Σύνταγμα προστατεύει το όλο και όχι μέρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι, όπου προβλέπονται εξαιρέσεις, κυρίαρχο λόγο έχει η ‘αρχή της αναλογικότητας’ – ο συνταγματικός περιορισμός των νομοθετικών περιορισμών των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων – η οποία απαιτεί αυστηρό έλεγχο και απόδειξη ότι, οι περιορισμοί είναι κατάλληλοι, αναγκαίοι και συναφείς προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Πρακτική που ενδέχεται να δημιουργήσει πολιτικές συγκρούσεις και αναπόφευκτα αναταραχή και αντιδράσεις από τους δημόσιους υπαλλήλους.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΤΜΗΜΑ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
neo.law