Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας (ΣΔΓ) που εκδόθηκε στις 5.5.2020 αναφορικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) δεν φαίνεται να είναι τυχαία, όταν μάλιστα η πρωτοβουλία αμφισβήτησής του προέρχεται μέσα από συνταγματικές προσφυγές αριθμού συντηρητικών επαγγελματιών και ακροδεξιών πολιτικών. Στοχεύει στον έλεγχο της ΕΚΤ και ουσιαστικά στην υπαγωγή κυρίως των κρατών – μελών του νότου στα γνωστά μνημόνια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ το 2015 θέσπισε το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα (κρατικών ομολόγων) στις δευτερογενείς αγορές, το γνωστό PSPP, με στόχο την ενδυνάμωση της οικονομίας της Ευρωζώνης με τη διατήρηση χαμηλού δανειακού κόστους. Οι αιτούντες ισχυρίζονταν κατ’ ουσία ότι οι αποφάσεις της ΕΚΤ λήφθηκαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας (πράξεις ultra vires), παρά τη συνδρομή της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας για την εφαρμογή τους, και ότι αντιβαίνουν τη γερμανική συνταγματική τάξη. Το ΣΔΓ ανέστειλε τη διαδικασία των προσφυγών και υπέβαλε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) πέντε προδικαστικά ερωτήματα με βασικό άξονα κατά πόσο πρέπει να αποδεχθεί τις προσφυγές. 

Το ΔΕΕ εξέτασε τα προδικαστικά ερωτήματα, κρίνοντας ότι το ένα εξ αυτών ήταν απαράδεκτο και επικεντρώθηκε στα υπόλοιπα που αφορούσαν βασικά: (α) την τήρηση από μέρους της ΕΚΤ της υποχρέωσης αιτιολόγησης, η οποία προβλέπεται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), (β) αν η απόφαση της ΕΚΤ εμπίπτει στις αρμοδιότητες που ανατίθενται στο Συμβούλιο της από το πρωτογενές δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη του εύρους των αποτελεσμάτων της, τα οποία απορρέουν από το σημαντικό όγκο των ομολόγων που μπορούν να αγοραστούν στο πλαίσιο του προγράμματος PSPP και από τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος αυτού, (γ) αν η απόφαση της ΕΚΤ βαίνει πέραν της ρυθμιζόμενης αποστολής της σχετικά με τη νομισματική πολιτική και ότι σφετερίζεται την αρμοδιότητα των κρατών – μελών και (δ) αν η απόφαση της ΕΚΤ, λόγω του όγκου και της υπέρ-διετούς εφαρμογής της και οι εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες από απόψεως οικονομικής πολιτικής δίδουν λαβή για διαφορετική θεώρηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του PSPP και ότι, με τον τρόπο αυτό, από ορισμένη ημερομηνία και έπειτα, συνιστά υπέρβαση της αποστολής της ΕΚΤ σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής. 

Η απόφαση του ΔΕΕ εκδόθηκε στις 11.12.2018, κρίνοντας ότι από την εξέταση των τεσσάρων προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της απόφασης της ΕΚΤ σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα στις δευτερογενείς αγορές. Η απόφαση του ΔΕΕ κοινοποιήθηκε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, το οποίο, παρόλη τη δεσμευτικότητα της, έκρινε ότι δεν δεσμεύεται, αλλά πρέπει να διενεργήσει τη δική του επανεξέταση για να εξακριβώσει εάν οι αποφάσεις του Ευρωσυστήματος για την οριοθέτηση και την εφαρμογή του PSPP παραμένουν εντός των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στο ΔΕΕ βάσει του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ. Κατέληξε ότι οι αποφάσεις της ΕΚΤ δεν έχουν επαρκή αιτιολόγηση σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς ισοδυναμούν με υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της. Απαίτησε από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τη Γερμανική Κεντρική Τράπεζα να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ΕΚΤ διενεργεί αξιολόγηση αναλογικότητας και αν εντός τριών μηνών το Συμβούλιο της δεν εκδώσει νέα απόφαση, που να δεικνύει ένα κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι στόχοι της νομισματικής πολιτικής που επιδιώκει το PSPP δεν είναι δυσανάλογοι με τις επιπτώσεις της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που προκύπτουν από το πρόγραμμα, η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα δεν θα μπορεί να συμμετέχει στην εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων της ΕΚΤ και να προχωρήσει στην πώληση των ομολόγων που αγόρασε.

Η ανωτέρω απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, αφού δεν αποδέχεται τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ και ότι υπερέχουν των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο και ιδιαίτερα τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταργεί την ανεξαρτησία της ΕΚΤ και πλήττει θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η αμφισβήτηση του ΔΕΕ από το Γερμανικό Δικαστήριο, χαρακτηρίζοντας την απόφασή του αστήρικτη, εγείρει σοβαρό ζήτημα ως προς την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Συνθηκών που εγγυούνται την ανεξαρτησία της ΕΚΤ με θεματοφύλακα το ΔΕΕ. Η νομισματική πολιτική στο Ευρωσύστημα εφαρμόζεται από την ΕΚΤ και δεν μπορεί να ελέγχεται από εθνικά δικαστήρια οποιουδήποτε βαθμού.

*Δικηγόρου στη Λάρνακα