Όταν πρόκειται για την κατανόηση της οικονομίας, είναι δύσκολο να αγνοήσουμε την επιρροή του παρελθόντος. Η ανάλυση των αιτίων και των συνεπειών είναι ήδη αρκετά δύσκολη σε πραγματικό χρόνο. Πώς μπορούμε άρα να προβλέψουμε μια σειρά γεγονότων; Είναι σχεδόν αδύνατο. Η σύγκριση της σημερινής οικονομίας με εκείνη μιας προηγούμενης εποχής παρέχει ένα πλαίσιο και μπορεί να μας βοηθήσει να πλοηγηθούμε στις τρέχουσες συνθήκες.

Πού βρισκόμαστε, λοιπόν, τώρα;

Μια δημοφιλής άποψη είναι ότι ξαναζούμε τη δεκαετία του 1970 – ότι πρόκειται για μια επιστροφή του στασιμοπληθωρισμού. Η αγορά εργασίας είναι υποτονική, ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος από ό,τι θα ήθελε η Fed και η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύεται λόγω ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αλλά η σημερινή οικονομία μοιάζει επίσης πολύ με εκείνη των ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Καμία από τις δύο δεν αποτελεί μια ιδανική εποχή για να επιστρέψουμε, αλλά προμηνύουν διαφορετικούς κινδύνους και απαιτούν διαφορετική διαχειρηση.

Οποιαδήποτε αναφορά στη δεκαετία του 2000 φέρνει στο νου τη φούσκα του real estate και τις συνέπειές της, αλλά αυτό δεν ήταν το μοναδικό χαρακτηριστικό εκείνης της περιόδου. Ο οικονομικός κύκλος που ξεκίνησε με την ύφεση των εταιρειών dot-com το 2001 και έληξε με τη Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση του 2007-08 ήταν ένας από τους συντομότερους και πιο αδύναμους που έχουν καταγραφεί. Χαρακτηρίστηκε από καταναλωτική υπερβολή και μια φούσκα των assets, και οι δύο τροφοδοτούμενες από την εύκολη πίστωση, καθώς και από τη χειρότερη αύξηση της απασχόλησης που έχει παρατηρηθεί ποτέ σε περίοδο οικονομικής επέκτασης. Από εκεί και πέρα, οι ομοιότητες γίνονται ακόμη πιο ανησυχητικές.

Ισχνή αύξηση της απασχόλησης και των μισθών:

Τότε… Η ύφεση του 2001 από μόνη της δεν ήταν τόσο καταστροφική για την αγορά εργασίας – 1,6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν κατά τη διάρκεια της εννεάμηνης ύφεσης – όμως ακολούθησαν δύο επιπλέον χρόνια συνεχούς απώλειας θέσεων. Η οικονομία δεν κατάφερε να επιστρέψει στα επίπεδα απασχόλησης προ ύφεσης μέχρι το 2005. Ως αποτέλεσμα, η αύξηση των μισθών ήταν ιστορικά χαμηλή, και, παρά την οικονομική επέκταση, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ έπεσε κατακόρυφα. Ανάλογα με το μέτρο που εξετάζετε, ήταν ο πρώτος οικονομικός κύκλος όπου το μερίδιο της εργασίας ήταν χαμηλότερο στο τέλος της περιόδου επέκτασης από ό,τι στην αρχή της. Παρ’ολα αυτά, το ποσοστό ανεργίας ήταν σχετικά χαμηλό, αυξημένο μόνο κατά 2 μονάδες από την αρχή της ύφεσης, αγγίζοντας το 6,3%.

… Και τώρα; Όσον αφορά στις θέσεις εργασίας, το 2025 έχει μια διαφορά: είχε τις λιγότερες νέες θέσεις εργασίας από οποιοδήποτε άλλο έτος, εκτός των περιόδων ύφεσης – μόλις 116.000. Το μερίδιο της εργασίας ακολούθησε την ίδια πορεία. Παρά όλα αυτά, το ποσοστό ανεργίας, αν και έχει αυξηθεί κατά μία μονάδα, παραμένει χαμηλό.

Αύξηση του καταναλωτικού χρέους:

Τότε… Μια ισχνή αύξηση των εισοδημάτων μπορεί να τροφοδοτήσει τις καταναλωτικές δαπάνες μόνο με τη βοήθεια της εύκολης πίστωσης, η οποία ήταν ευρέως διαθέσιμη στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Εκτός από τα στεγαστικά δάνεια, που πλέον γνωρίζουμε ότι αποτελούσαν φούσκα, το συνολικό χρέος των πιστωτικών καρτών επίσης αυξήθηκε, φτάνοντας τα 840 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι την έναρξη της ύφεσης του 2007. Τα ποσοστά καθυστέρησης πληρωμών άρχισαν να αυξάνονται ήδη από το 2005.

… Και τώρα; Αν τη δεκαετία του 2000 είχαμε επέκταση του χρέους, στα 2020s σημειώθηκε έκρηξη. To χρέος των πιστωτικών καρτών αυξήθηκε από 810 δισεκατομμύρια δολάρια το καλοκαίρι του 2020 σε 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια πέντε χρόνια αργότερα. Η αδυναμία αποπληρωμής ακολούθησε την ίδια τάση. Στο τέλος του 2025, το 4,8% του συνολικού χρέους των νοικοκυριών ήταν μη εξυπηρετούμενο, σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα στην αρχή της ύφεσης του 2007. Αν και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (με καθυστέρηση πληρωμής άνω των 90 ημερών) έχουν σχεδόν εξαλειφθεί στα στεγαστικά δάνεια, το ποσοστό αυτών των δανείων που αφορούν την αγορά αυτοκινήτου, πιστωτικές κάρτες και φοιτητικά δάνεια στο τέλος του 2025 ανταγωνίζεται τα ποσοστά που παρατηρήθηκαν στο αποκορύφωμα της ύφεσης του 2007.

Μια χρηματοπιστωτική φούσκα που έσκασε και ανέδειξε τον συστημικό κίνδυνο:

Τότε… Το φθινόπωρο του 2008 ήταν πλέον σαφές ότι τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρίσκονταν σε επικίνδυνη άγνοια σχετικά με την πολυπλοκότητα της αγοράς παραγώγων. Η διόρθωση που ακολούθησε εξάλειψε τρισεκατομμύρια σε πλούτο που κατείχαν τα νοικοκυριά σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς.

… Και τώρα; Είναι κοινό μυστικό ότι η χρηματιστηριακή αγορά αυτή τη στιγμή είναι γενικά αδύναμη, αλλά συντηρείται από τον ενθουσιασμό για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις τεχνολογικές εταιρείες των λεγόμενων “Magnificent Seven”. Εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη αποδειχθεί υπερτιμημένη, μια ενδεχόμενη διόρθωση θα πλήξει την αξία των περιουσιακών στοιχείων εκατομμυρίων νοικοκυριών. Μια άλλη ανησυχία είναι οι ιδιωτικές αγορές -όπως οι αγορές παραγώγων, φημίζονται για την αδιαφάνειά τους- οι οποίες αναμειγνύονται όλο και περισσότερο με τις άλλες αγορές (σσ. public markets) και έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν κατάρρευση.  

Δεδομένης της σημερινής αγοράς εργασίας και του πληθωρισμού, η σύγκριση με τις εποχές στασιμοπληθωρισμού βγάζει απόλυτο νόημα. Όμως, το πλαίσιο χάραξης πολιτικής είναι πολύ διαφορετικό. Σύμφωνα με την ίδια την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ένας βασικός παράγοντας για τον πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 ήταν η δική της κακή διαχείριση και η αντίληψη ότι δεν ήταν πρόθυμη να επωμιστεί το κόστος της καταπολέμησής του.

Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική. Οι ΗΠΑ βρίσκονται μόλις μία μονάδα πάνω από τον στόχο για τον πληθωρισμό (επίσης κάτι νέο αυτή τη φορά: η ύπαρξη συγκεκριμένου στόχου) και η Fed δέχεται πρωτοφανή πολιτική πίεση να μειώσει τα επιτόκια – κι όμως παραμένει σταθερή. Ακόμα κι αν πιστεύετε ότι η Fed δεν ανησύχησε αρκετά για τον πληθωρισμό μετά την πανδημία, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη τώρα.  

Δυστυχώς, όσον αφορά στην κατανάλωση και το χρέος, ο απόηχος της δεκαετίας του 2000 είναι υπερβολικά έντονος. Η ιδιωτική κατανάλωση κινεί πάνω από τα δύο τρίτα της οικονομίας και, για άλλη μια φορά, τροφοδοτείται από χρέος που δίνει τη θέση του σε αδυναμία αποπληρωμής, καθώς και από περιουσιακά στοιχεία που κινδυνεύουν να υποτιμηθούν. Η εξασθενημένη αγορά εργασίας απαιτεί τη δημιουργία και ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων, αλλά αυτό είναι δύσκολο να συμβεί αν οι ίδιες προσπαθούν να διορθώσουν λανθασμένους υπολογισμούς σχετικά με το ρίσκο, τις επενδύσεις και τη ρευστότητα. 

Τέλος -και αυτό είναι το πιο δυσοίωνο- η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εισέρχεται σε αυτή τη συγκυρία με έναν ισολογισμό που μοιάζει περισσότερο με το τέλος μιας ύφεσης παρά με την αρχή της. Το ετήσιο έλλειμμα έφτασε τα 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι. Υπενθυμίζεται ότι η ανεξάρτητη δημοσιονομική αρχή Committee for a Responsible Federal Budget εκτιμά ότι το 37% της αύξησης του χρέους του 21ου αιώνα προήλθε από φοροελαφρύνσεις, και αυτό πριν το νομοσχέδιο “One Big Beautiful Bill” μειώσει περαιτέρω τα έσοδα κατά 450 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Η σύγκριση με τον στασιμοπληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 εστιάζει στον ρόλο της Fed. Αν όμως η πιο εύστοχη σύγκριση είναι αυτή με τη δεκαετία του 2000, τότε ίσως χρειαστεί να βασιστούμε στο Κογκρέσο για να βρούμε μια διέξοδο. Και αυτή είναι μια τρομακτική σκέψη – όχι μόνο επειδή το προηγούμενο Κογκρέσο απέτυχε στη διαχείριση της ύφεσης του 2007, αλλά και γιατί το τρέχον Κογκρέσο έχει βιώσει τα δύο μεγαλύτερα shutdowns στην ιστορία των ΗΠΑ. Το να καταφέρνεις με το ζόρι να κρατάς τα “φώτα” αναμμένα δύσκολα αποτελεί ένδειξη καλής διαχείρισης, πόσο μάλλον ικανότητας.

BloombergOpinion