Η φέτα ΠΟΠ συνεχίζει την ανοδική της πορεία στις διεθνείς αγορές, πλησιάζοντας το ορόσημο του 1 δισ. ευρώ σε εξαγωγές, ωστόσο η μείωση της παραγωγής πρόβειου γάλακτος δημιουργεί αυξανόμενες πιέσεις στην αλυσίδα παραγωγής.
Οι εξαγωγές φέτας αυξάνονται επί 18 συνεχόμενα έτη, από 138,8 εκατ. ευρώ το 2007 σε 835,1 εκατ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας άνοδο 502% σε σχεδόν δύο δεκαετίες. Μόνο το 2025, η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 6,4%, ενώ ο όγκος ξεπέρασε για πρώτη φορά τους 105.000 τόνους, με άνοδο 8,7%.
Πίσω από την εξαγωγική δυναμική, όμως, αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίφαση: η διεθνής ζήτηση ενισχύεται, αλλά η πρώτη ύλη, το πρόβειο γάλα, μειώνεται.
Οι ζωονόσοι, κυρίως η ευλογιά των αιγοπροβάτων, έχουν προκαλέσει σημαντικές απώλειες ζωικού κεφαλαίου, ενώ αρκετοί κτηνοτρόφοι εγκαταλείπουν το επάγγελμα. Την ίδια ώρα, η ανανέωση των κοπαδιών δεν προχωρά με τον απαιτούμενο ρυθμό.
Προς το παρόν, οι εξαγωγές δεν έχουν επηρεαστεί, καθώς οι τυροκομικές επιχειρήσεις διατηρούν κάθε χρόνο αποθέματα τελικού προϊόντος 20.000–30.000 τόνων. Ωστόσο, το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτό το απόθεμα ασφαλείας.
Αν η πίεση στην παραγωγή συνεχιστεί, ο εγχώριος καταναλωτής ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με διπλή επιβάρυνση. Με το 65%–70% της φέτας να κατευθύνεται στο εξωτερικό, οι διεθνείς αγορές παραμένουν προτεραιότητα, ενώ οι αυξημένες τιμές παραγωγού προμηνύουν ανατιμήσεις στο ράφι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ για το πεντάμηνο Οκτωβρίου–Φεβρουαρίου 2025/26, η μέση τιμή παραγωγού για το πρόβειο γάλα αυξήθηκε κατά 7,1%, από 1,3863 ευρώ σε 1,4851 ευρώ ανά κιλό.
Η αύξηση αποδίδεται στη μειωμένη προσφορά. Η παραδοθείσα ποσότητα πρόβειου γάλακτος υποχώρησε κατά 4,6%, από 254,17 εκατ. κιλά σε 242,55 εκατ. κιλά, ενώ ο αριθμός των παραγωγών μειώθηκε κατά 4,7%.
Ο γεωπόνος και πρώην αντιπρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Ιωάννης Καϊμακάμης περιγράφει το φαινόμενο ως «zoonflation», δηλαδή πληθωρισμό που προκαλείται από βιολογικό κίνδυνο, όπως νόσος, αναγκαστική σφαγή και μη ανανέωση κοπαδιών.
Η κρίση δεν κατανέμεται ισόποσα. Η Ξάνθη κατέγραψε πτώση 70,7% στην παραγωγή και 75% στον αριθμό παραγωγών, ενώ μεγάλες απώλειες σημειώθηκαν σε Ημαθία, Μαγνησία και Σέρρες. Στη Λάρισα, η μείωση 12% αντιστοιχεί σε απώλεια περίπου 4.600 τόνων, δηλαδή περίπου στο 40% της συνολικής εθνικής μείωσης.
Στο υπόβαθρο της πίεσης βρίσκεται η παρατεταμένη επιζωοτία. Από τον Αύγουστο του 2024 έως τις 23 Απριλίου 2026 έχουν καταγραφεί 2.152 επιβεβαιωμένα κρούσματα ευλογιάς αιγοπροβάτων, με 486.666 θανατώσεις ζώων σε 2.660 εκτροφές.
Παρότι ο ρυθμός εξάπλωσης της ευλογιάς επιβραδύνεται, οι ειδικοί εκτιμούν ότι ακόμη και αν η ανασύσταση των κοπαδιών ξεκινούσε άμεσα, θα απαιτούνταν τουλάχιστον τρία χρόνια για επιστροφή σε κανονικά επίπεδα παραγωγής.
Το περιβάλλον επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τον εντοπισμό αφθώδους πυρετού στη Λέσβο τον Μάρτιο του 2026, που οδήγησε διεθνείς αγορές σε αυστηρότερους όρους εισαγωγής για ελληνικά γαλακτοκομικά.
Την ίδια ώρα, η ζήτηση για φέτα διευρύνεται διεθνώς. Σε ορίζοντα εξαετίας, η Γαλλία καταγράφει άνοδο 349%, το Βέλγιο 218%, η Ελβετία 215%, οι ΗΠΑ 208%, η Ισπανία 181% και η Πολωνία 112%.
Το κρίσιμο ζήτημα, πλέον, δεν είναι η ζήτηση, αλλά η επάρκεια της πρώτης ύλης για να στηριχθεί η περαιτέρω ανάπτυξη της φέτας ΠΟΠ.