Του John Tamn
Άρθρο της εφημερίδας Wall Street Journal την περασμένη εβδομάδα επισήμανε ότι ο Τραμπ “πρέπει να είναι προσεκτικός με αυτό που επιθυμεί” όταν χαρακτηρίζει “υπέροχο” το αποδυναμωμένο δολάριο. Το άρθρο αναφερόταν στη μεγάλη πτώση του δολαρίου στον WSJ Dollar Index και επιπλέον σημείωνε ότι η τιμή του χρυσού στα 5.300 δολάρια “στέλνει το δικό της μήνυμα για την αδυναμία του δολαρίου”. Το πιο σημαντικό ήταν πως το άρθρο σχολίαζε ότι “ένα αδύναμο δολάριο ενέχει τον κίνδυνο πληθωρισμού, τον οποίο ο Τραμπ δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά πριν τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου”.
Δεν διαφωνώ με τη WSJ σχετικά με τους πληθωριστικούς κινδύνους ενός αδύναμου δολαρίου. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια: γιατί ο Τζο Μπάιντεν δεν έγινε δέκτης της ίδιας κριτικής από τη WSJ για το δολάριο όταν ήταν πρόεδρος; Η WSJ ήταν ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στον Μπάιντεν και στον επικεφαλής της Fed Τζέρομ Πάουελ για τις πολιτικές που ακολουθούσε το εν λόγω δίδυμο το 2021-22, καθώς τις θεωρούσε πληθωριστικές.
Στο άρθρο “The Perils of a Falling Trump Dollar” (Οι κίνδυνοι της πτώσης του δολαρίου υπό τον Τραμπ), η συντακτική ομάδα της εφημερίδας εστίασε στον WSJ Dollar Index, “ο οποίος συγκρίνει το δολάριο με ένα καλάθι νομισμάτων” και στο γεγονός ότι “το αμερικανικό νόμισμα έχει υποχωρήσει κατά περίπου 8% το τελευταίο έτος”. Από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022, ουσιαστικά το πρώτο έτος της προεδρίας Μπάιντεν, το αμερικανικό δολάριο σημείωσε άνοδο στον ίδιο δείκτη από τις 90 μονάδες στις 110,5.
Όσον αφορά τον χρυσό, ενώ εκτινάχθηκε στα 5.300 δολάρια το τελευταίο χρόνο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Τραμπ, από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022 σημείωσε μικρή αύξηση από τα 1.734 δολάρια/ουγγιά στα 1.808 δολάρια. Τον Φεβρουάριο του 2023, ο χρυσός ήταν στα 1.811 δολάρια/ουγγιά. Τον Φεβρουάριο του 2023 οι πιο συντηρητικοί θα θεωρούσαν την τιμή του χρυσού ως απόδειξη της σταθερότητας του δολαρίου. Μόνο που η WSJ παρουσίασε τον Μπάιντεν ως έναν σύγχρονο Τζίμι Κάρτερ.
Όσον αφορά τον Πάουελ, η συναλλαγματική αξία του δολαρίου δεν περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο της Fed. Ποτέ δεν περιλαμβανόταν. H WSJ φάνηκε να το αναγνωρίζει αυτό. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι “οι ΗΠΑ είχαν πάντα μια πολιτική ισχυρού δολαρίου”, θεση που αντέκρουσε τα σχόλια του κ. Τραμπ την προηγούμενη μέρα. Το δολάριο ανέκαμψε μετά τη δήλωση του Μπέσεντ. Πάντα το Υπουργείο Οικονομικών, και όχι η Fed, επικοινωνούσε την πολιτική για το δολάριο.
Όσον αφορά τα δημοσιεύματα, κανένα τους δεν είχε στόχο να υπερασπιστεί τον Μπάιντεν ή τον Πάουελ. Στόχευαν όμως να υπερασπιστούν τον ορισμό του πληθωρισμού. Δικαιολογημένα επικριτική για το αδύναμο δολάριο και τις πληθωριστικές επιπτώσεις του υπό τον Τραμπ, κατά την προεδρία του Μπάιντεν η WSJ απέδωσε τον πληθωρισμό επί Μπάιντεν στην “υπερβολική ζήτηση” που προέκυψε από τα νομοσχέδια που υπέγραψε ο Δημοκρατικός πρόεδρος. Η WSJ που διέδωσε την οικονομική θεωρία της προσφοράς, ήταν ευνοϊκά διακείμμενη προς τον κεϊνσιανό Lawrence Summers και, κατ’ επέκταση, υπονοούσε ότι ο κεινσιανός πολλαπλασιαστής της ζήτησης ήταν πραγματικός. Και όταν δεν γινόταν δέκτης επικρίσεων ο Μπάιντεν, επικρινόταν ο Πάουελ.
Οι τιμές πολλών καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν κατά τη θητεία του Μπάιντεν, αλλά η εξήγηση βρισκόταν στον Άνταμ Σμιθ, και όχι στις κυβερνητικές δαπάνες ή στη νομισματική πολιτική της Fed. Όπως εξήγησε ο Σμιθ όταν επισκέφθηκε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε καρφίτσες, όσο περισσότερα χέρια συνεργάζονται στην παραγωγή, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσφορά και τόσο χαμηλότερη η τιμή.
Το γεγονός ότι ορισμένες τιμές ήταν υψηλότερες μετά τα lockdown λόγω κορονοϊού δεν ήταν “απόδειξη” πληθωρισμού, αλλά σηματοδοτούσε ότι οι τιμές της αγοράς είναι αποτέλεσμα μιας εντυπωσιακής αλυσίδας σε παγκόσμια κλίμακα που οι “πανικόβλητοι” πολιτικοί έσπασαν το 2020. Αλλά τα lockdown δεν είναι πληθωρισμός.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, ο Τραμπ δεν έχει δίκιο για τα πλεονεκτήματα του αδύναμου δολαρίου. Ευτυχώς, η WSJ συμφωνεί. Δεν ξέρουμε αν θα αντιμετωπίσει το θέμα του δολαρίου επί Τραμπ όπως το χειρίστηκε επί προεδρίας Μπάιντεν. Αν ναι, ο μύθος του πληθωρισμού επί του Δημοκρατικού προέδρου θα μπει επιτέλους στο αρχείο.
